Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Πατρίδα




Πάλλευκο νούφαρο
που ταξιδεύεις απτόητο
μέσα σε μι’αγκαλιά
ανάμεσα σε Ιόνιο κι Αιγαίο
χωρίς σταματημό.
Νούφαρο από το μίσχο
κρατημένο του Βορρά σου
και της καρδιάς σου την αλάθητη
πυξίδα για οδηγό.
Υπάρχεις!
Λικνίζοντας ακούραστα
τις δαντελλένιες σου όχθες
στη γαλανή κολυμπήθρα
μιας αέναης αναβάπτισης.
Υπάρχεις!
Ρίζα γερή, ρουφώντας
στο ‘πάντα’ τα νάματα
της απέθαντης Ιστορίας σου.
Υπάρχεις!
Κι ας να σε κουρσέψουν πόσοι το πόθησαν!
Πόσοι να ξεριζώσουν βάρβαρα
τις ρίζες τις βαθειές σου!
Πόσοι να διαφεντέψουν
τ’αστραφτερό σου Παρόν !
Να φυλακίσουν τ’αστραποβόλημα
της ασύγκριτης παρουσίας σου
στο κύλισμα του Χρόνου.
Κράτει καλά νούφαρο του Φωτός!
Κλείνοντας όλη τη λάμψη
του Χτες, του Σήμερα, του Αύριο
στα ολόρθα σου πέταλα.
Κράτει καλά!
Το αίμα της καρδιάς μας.
Ποτάμι ασίγαστο που κυλά
στα ζωντανά σου σπλάχνα.
Κι όλοι για σένα σφιχταγκάλιασμα
Γη των Προγόνων μας.
Δική μας Γη.

ΑΡΙΣΤΕΑ ΜΠΟΥΤΟΥ  


(από την ποιητική συλλογή Υπέρβαση)




                                                        

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Γεώργιος Πλήθων – Γεμιστός




(τελευταῖος τῶν Βυζαντινῶν καὶ πρῶτος τῶν Νεοελλήνων)
Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ ζωή, καὶ ἡ ἐπίγεια δράση τοῦ Γεωργίου Πλήθωνα Γεμιστοῦ, τοῦ χάρισαν ἕνα ζηλευτὸ φωτοστέφανο. Ἡ ἐκτίμηση τῶν συγχρόνων του καί, ἀκόμη, ὁ σεβασμὸς ποὺ οἱ πολιτικοί, θρησκευτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἡγέτες τῆς τελευταίας Βυζαντινῆς περιόδου ἔδειχναν γιὰ τὶς ἰδέες του (ὅπως καὶ ὁ φανατισμὸς τῶν ἀντιθέτων του) τράβηξαν τὴν προσοχὴ τῶν μεταγενέστερων ἱστορικῶν ἐρευνητῶν. Ποὺ κατάπληκτοι διαπίστωσαν ὅλοι (μετὰ τὴν ἔρευνα καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων βέβαια) ὅτι ἄν οἱ ὑποδείξεις του εἶχαν –τότε – εἰσακουστεῖ, ἴσως ἡ ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας νὰ εἶχε πάρει διαφορετικὴ τροπή… Καὶ τοῦτο γιατὶ ὁ Πλήθων, συνέλαβε καὶ ὑπέδειξε τρόπους ριζικῆς ἀναδιοργάνωσης τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, μὲ βάση ὅμως μόνον τὰ ἀρχαιοελληνικὰ ἰδεολογικὰ στοιχεῖα. Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος, ζητοῦσε τὴν παράλληλη ἐφαρμογὴ τῶν κατευθύνσεων τοῦ Πλάτωνος στὸν τρόπο ζωῆς τῶν συμπατριωτῶν του. Καὶ ἀπαιτοῦσε ὅπως, ἐδαφικὸ ὁρμητήριο καὶ χῶρος ἀνασυγκρότησης τῆς αὐτοκρατορίας  γίνει,  ἡ ἔκταση τῆς κυρίως Ἑλλάδος.  Γιατὶ πίστευε ὅτι, περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μόνον ὅσοι γεννήθηκαν καὶ μεγάλωσαν κάτω ἀπὸ τὸ κλῖμα μας, εἶναι σὲ θέση νὰ μελετήσουν σωστά, νὰ ἀναλύσουν μὲ τὸ σωστὸ τρόπο, καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὰ βαθύτερα διδάγματα τῆς ἑλληνικῆς κλασσικῆς διανόησης…
Ἀς πάρουμε ὅμως καλύτερα τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά:
Γιὰ τὸ ποῦ γεννήθηκε ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς  «ἐρίζουν»  πολλὲς Βυζαντινὲς πόλεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Βασιλεύουσα.  Ποιά ἔχει δίκιο, εἶναι ἄγνωστο, τὸ μόνο βέβαιο ὅμως, εἶναι ὅτι μεγάλωσε καὶ ἀνατράφηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ὅτι γεννήθηκε γύρω στὸ 1355. Ὅταν ἦταν 25 ἐτῶν ἄρχισε νὰ ταξιδεύει καὶ ἐπισκέφθηκε διάφορες πόλεις καὶ χῶρες τῆς Ἀνατολῆς. Μεταξὺ ἄλλων τὴν Ἀδριανούπολη καὶ τὴν Προύσσα, ἄν καὶ μιὰ πληροφορία ἀναφέρει ὅτι περιηγήθηκε ἐπίσης τὴν Κύπρο καὶ τὴν Παλαιστίνη, ἴσως δέ, καὶ τὴν Γαλλία καὶ τὴν Ἀγγλία.
Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι τὸ 1397 (σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν) ἐγκατέλειψε ὁριστικὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ μόνιμα στὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ἐδῶ, διάλεξε γιὰ νὰ κατοικήσει τὸν Μυστρᾶ, τὴν πανάρχαιη αὐτὴ Ἀκρόπολη τῆς Πελοποννήσου, καὶ ἕδρα τοῦ «Δεσποτάτου τοῦ Μορέως».
Τὰ πολύχρονα ταξίδια του, τοῦ εἶχαν προσφέρει μιὰ πλήρη ἐνημέρωση γιὰ τὴν κατάσταση τῆς «πάλαι ποτέ» κραταιᾶς αὐτοκρατορίας. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ποὺ ἡ ἱστορία μετροῦσε τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ Βυζαντίου, γιατὶ μετὰ τὴν ἀδυσώπητη οἰκονομική του ὑποταγή, στὰ Φράγκικα κράτη τῆς Δύσης καὶ τὴν ὁρμητικὴ προέλαση τῶν Ὀθωμανῶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, τὸ Βυζάντιο ἦταν  «Αὐτοκρατορία» μόνον κατὰ τὸ ὄνομα, μιὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἐδαφικῆς πλευρᾶς, εἶχε πιὰ περιοριστεῖ μόνο στὴν πόλη τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ στὴν Πελοπόννησο.
Ὅμως καὶ ἡ ἴδια ἡ Πόλη, δὲν ἦταν πλέον ὁλόκληρη στὰ χέρια τῶν Βυζαντινῶν. Ἡ ἀνέχεια εἶχε ἀναγκάσει τοὺς τελευταίους αὐτοκράτορες νὰ παραχωρήσουν προνόμια σὲ Βενετσιάνους, Γενοβέζους καὶ ἄλλους Λατίνους. Καὶ αὐτὰ τὰ προνόμια τὰ συνόδευε ἡ ἀπόκτηση ἀπὸ τοὺς ξένους τῶν καλύτερων ἐμπορικῶν θέσεων στὸν Κεράτιο κόλπο, αὐτὴ τὴν πηγὴ ζωῆς τῆς θεοφρούρητης Πόλης. «Θαλασσοκράτειρα» μόνον κατ’ ὄνομα πλέον, ἡ ἄλλοτε παντοδύναμη κεφαλὴ τῆς τεράστιας αὐτοκρατορίας, εἶχε τώρα ἀπομείνει οὐσιαστικὰ μιὰ πόλη –κράτος  ποὺ ἔσβηνε κάθε μέρα.
Ἀντίθετα, στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ Αἰγαίου, στὴν Πελοπόννησο, ὁ Μυστρᾶς ὑψωνόταν ἀκμαῖος καὶ δυνατός. Μὲ τὶς ρίζες του βαθιὰ χωμένες στὴν Ἑλληνικὴ παράδοση, μὲ μιὰ λαμπρὴ αὐλὴ ἀξιωματούχων, φιλοσόφων, γραμματικῶν καὶ καλλιτεχνῶν, ἡ πρωτεύουσα τοῦ «Δεσποτάτου τοῦ Μορέως» ἀποτελοῦσε μία σχεδὸν αὐτοκέφαλη ὀντότητα, καὶ τὴ μόνη ὑπολογήσιμη δύναμη καὶ ἐλπίδα τῶν λίγων φωτισμένων τῆς ἐποχῆς.  Γιὰ τοῦτο καὶ ὁ Πλήθων πῆγε νὰ κατοικήσει ἐκεῖ. Στὴν πόλη αὐτὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους της, ἔβρισκε τὸν φυσικό του χῶρο. Ἐδῶ, ὅπου ἀναβίωσε ἕνας «Νέος Ἑλληνισμός», μὲ πρώτη του ἐκδήλωση τὴν τάση μελέτης καὶ ἐπανόδου στὰ διδάγματα τῶν κυριοτέρων ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες φολοσόφους. Ἕνας «Νέος Ἑλληνισμός» ποὺ  «προσπαθοῦσε νὰ ξανανάψει τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σπίθα κάτω ἀπὸ τὴν στάχτη τῶν αἰώνων, ὅσο μικρὴ κι ἄν ἦταν»,  κατὰ τὴν χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ Δημήτρη Τσάκωνα. Καὶ ἡ κρίση πού, οὐσιαστικὰ ἀδιαμόρφωτη ἀκόμη τότε, τυραννοῦσε τὸν πολιτικὸ βίο τοῦ ἀναγεννώμενου Ἑλληνικοῦ γένους, χάραξε ἔντονα τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σκέψη τοῦ Πλήθωνα.  Ἡ ἀγωνία τῆς πάλης τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐναντίον τῶν Τούρκων ἀλλὰ καί τῶν Λατίνων βρῆκε τὴν ἔκφρασή της στὸ πνεῦμα τὸ δικό του.
Ἔτσι, στὸν Μυστρᾶ ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς ξεχωρίζει πολὺ σύντομα σὰν ἡ κυριαρχοῦσα μορφὴ τῆς νέας τάσης, τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τοῦ «Νέου Ἑλληνισμοῦ». Φιλόσοφος ἀλλὰ καὶ πολιτικός, στρατιωτικὸς καὶ ἀναδιοργανωτικὸς νοῦς ὁ Πλήθων, προτείνει στὸν αὐτοκράτορα σχέδια ριζοσπαστικά:
Ζητᾶ στρατιωτικὲς καὶ κοινωνικὲς μεταρυθμίσεις.
Ὑποβάλλει σχέδιο διάσωσης καὶ ἀναγέννησης τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὸ ὁποῖο προτείνει κοινὴ κτήση τῆς γῆς καὶ ἀναγνωρίζει στὸν καθένα τὸ δικαίωμα νὰ φυτεύει, καὶ νὰ σπέρνει ὅπου καὶ ὅσο θέλει, τόνιζε ὅμως ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ,  σταματοῦσε ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε ἔδαφος ποὺ εἶχε ἤδη καλλιεργήσει κάποιος ἄλλος.
Πρότεινε τὴν κατάργηση τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῆς μεγάλης ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν καταντήσει κοινωνικὲς μάστιγες.
Συμβούλευε τὴν διαίρεση τῶν πολιτῶν σὲ τρεῖς τάξεις:  α) ἄρχοντες, β) παραγωγεῖς καὶ χειροτέχνες καὶ  γ) ἐμπόρους καὶ μικροπωλητές, σύμφωνα μὲ ὅσα εἶχε ἄλλοτε προτείνει καὶ ὁ Πλάτων στὴν «Πολιτεία» του.
Θεωροῦσε τὰ μισθοφορικὰ στρατεύματα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσαν τότε τὸν στρατὸ τῆς αὐτοκρατορίας ὡς ἀνάξια ἐμπιστοσύνης, καὶ ζητοῦσε νὰ ὁργανωθεῖ ἐθνικὸς στρατὸς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τῆς Πελοποννήσου.  «Ἄπιστα γὰρ τὰ πολλὰ τῶν ξενικῶν καὶ στρεφόμενα πολλάκις αὐτὰ πολέμια ἀντὶ σωτήρων τε καὶ φυλάκων» τόνιζε.
Τὸ χρῆμα δὲν τὸ ἔβλεπε σὰν κεφάλαιο. Πρότεινε ἐξυγίανση τοῦ νομίσματος, δεδομένου ὅτι «τὰ ξενικὰ καὶ ἅμα πονηρά»,  ὅπως τὰ ἔλεγε, ξένα νομίσματα ποὺ εἶχαν τότε πλημμυρίσει τὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἦταν,  ὅπως τόνιζε, κέρδος μόνο γιὰ τοὺς ξένους, ἐνῶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες σήμαιναν κοροϊδία καὶ ταυτόχρονα μεγάλη ζημιά.
Ἐπιθυμοῦσε νὰ θεσπιστεῖ περιορισμὸς εἰσαγωγῆς ξένων ἐμπορευμάτων, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο πρότεινε ὅπως τὰ ξένα εἰσαγώμενα καὶ τὰ ντόπια ἐξαγόμενα εἴδη νὰ μὴν ἀγοράζονται, ἀλλὰ νὰ ἀνταλλάσονται μεταξύ τους σὲ ποσότητες ἴσης ἀξίας. Ταυτόχρονα ζητοῦσε νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ προστατευτικοὶ δασμοί, ἔτσι ὥστε νὰ χτυπηθεῖ ἡ ληστρικὴ πολιτικὴ τῶν δυτικῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ μεταβάλουν τὸν Ἑλληνικὸ χῶρο σὲ ἀποικίες τους. Διευκρίνιζε ὅμως ὅτι, γιὰ ὅσα ξένα εἴδη ἦταν χρήσιμα στὸν τόπο, θὰ ἔπρεπε, μόνον γι’ αὐτά, νὰ θεσπιστοῦν εἰδικὲς φορολογικὲς διευκολύνσεις.
Ἤθελε, τέλος, καὶ ἕνα νέο σύστημα φορολογίας…
Αὐτὲς ἦταν οἱ κυριότερες ἀπὸ τὶς προτάσεις ποὺ ἔκανε ὀραματιζόμενος τὴν ἀναγέννηση ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου. Εἶναι ὅμως ἀλήθεια –καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ τονίσουμε κι ἐμεῖς – αὐτὸ ποὺ σημειώνει καὶ ὁ Κ.Δ. Γεωργούλης: Ὅτι ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τοῦ Γένους τὸν ἔκαμε νὰ παραγνωρίζει τὴ σημασία ποὺ εἶχε γιὰ τὸ λαὸ τῶν Ἑλλήνων τὸ χριστιανικὸ βίωμα. Ἔτσι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, μποροῦμε ἴσως νὰ δικαιολογήσουμε καὶ τὸ γιατὶ ἔβρισκε τοὺς μοναχοὺς περιττοὺς καὶ θεωροῦσε ἀνόητους ὅσους ζητοῦσαν νὰ βροῦν τὴν εὐδαιμονία στὴ φτώχεια, στὴν ἀγαμία καὶ τὴ νηστεία, στὴν ἀκαθαρσία, τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν ἀδράνεια.
Παραμένει ὅμως ἀκλόνητο καὶ ἀναντίρρητο τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ψυχή του εἶχε χαραχθεῖ βαθειὰ τὸ ἀπαρασάλευτο ἀξίωμα τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ ἑλληνικοῦ γένους. Ἔτσι τελείως ἀπρόσμενα (καὶ λέω «ἀπρόσμενα» ἐπειδὴ οἱ 15 περίπου αἰῶνες ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση τοῦ ἑλληνισμοῦ στοὺς Ρωμαίους, τὴ μετέπειτα ἐπικράτηση τοῦ βυζαντινοῦ χριστιανικοῦ διεθνισμοῦ καὶ τὴν καταδίωξη ὄχι μόνο τοῦ ἐθνικοῦ συναισθήματος ἀλλὰ καὶ κάθε τὶ τοῦ ἑλληνικοῦ, θὰ ἔπρεπε «λογικά» νὰ ἔχουν ἐξαφανίσει κάθε ἴχνος ἑλληνικῆς αὐτογνωσίας), τελείως ἀπρόσμενα λοιπόν, μετὰ ἀπὸ 15 αἰῶνες, ψηλὰ ἀπὸ τὴν καστροπολιτεία τοῦ Μυστρᾶ ἀντηχεῖ ἡ φωνὴ τοῦ Πλήθωνα, ποὺ περήφανα βροντολαλεῖ: « Ἔσμεν… Ἕλληνες τὸ γένος, ὡς ἡ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ»,  ὅπως τονίζει σὲ ἕνα του ὑπόμνημα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα.
Στὸν Μυστρὰ ὁ Πλήθων ἔδρασε σὰν προστάτης τῶν νόμων, δηλαδὴ σὰν δικαστής, ἀλλὰ καὶ σὰν δάσκαλος. Ἐκεῖ ἵδρυσε τὴν περίφημη φιλοσοφική του σχολή,  καὶ ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Δημοσθένης Δανιηλίδης, ἴσως καὶ ἕνα μυστικὸ σύνδεσμο τῶν «ἀδελφῶν ἐν Πλάτωνι».  Ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς αὐτοκρατορίας μαζευόντουσαν μαθητὲς γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν. Μεταξὺ ἄλλων ὁ Μανουήλ Χρυσολωρᾶς, ὁ Βησσαρίων, ὁ  Ἑρμώνυμος Χαριτώνυμος καὶ ἄλλοι.
Γι’ αὐτὸν ἡ Πελοπόννησος, καὶ μόνον αὐτή, εἶχε βασικὴ σημασία γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς αὐτοκρατορίας.  Καὶ αὐτὸ γιατὶ μὲ τὸ νὰ εἶναι:  «..μεγάλη νῆσος καὶ ἤπειρος,  δίνει τὴν δυνατότητα στοὺς κατοίκους της…  νὰ ἀποκρούουν μὲ ἐλάχιστη προπαρασκευὴ τὸν ἐχθρό…» Γιὰ τοῦτο μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν διδασκαλία του, ζητοῦσε νὰ γίνει κέντρο καὶ ὁρμητήριο τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ ἡ Πελοπόννησος, ποὺ ἦταν ὄχι μόνο περισσότερο προφυλαγμένη ἀλλὰ καὶ ἀπομακρυσμένη ἀπὸ ξένες ἐπιρροές, δεδομένου ὅτι, ὅπως ἔλεγε:  «οἱ κάτοικοί της μποροῦν χωρὶς νὰ θυσιάσουν μεγάλες δυνάμεις, νὰ ἀποκρούσουν ἀποτελεσματικὰ κάθε ἐχθρικὴ ἐπίθεση καὶ νὰ ἐπεκτείνουν ἀρκετὰ τὴν κυριαρχία τους καὶ στὶς γειτονικὲς περιφέρειες…»
Τὴν περιτείχηση τοῦ Ἰσθμοῦ θεωροῦσε σὰν τὸ πιὸ σημαντικὸ βῆμα γιὰ τὴ σωτηρία… «Μία ὀργανωμένη καλὴ κατάσταση πραγμάτων στὴν Πελοπόννησο θὰ συντελέσει σὲ πολλά», τόνιζε μὲ λόγια πράγματι προφητικά, ἄν θυμηθοῦμε ὅτι στὴν Πελοπόννησο ἑδραιώθηκε τὸ 1821…
Μὲ ἀκλόνητη τὴν πίστη του στὸ ἐθνικὸ ἰδανικό, συμβούλευε: «Νὰ γενῆτε σὰν τὸν ἀητό, ποὺ εἶναι ἡγεμονικὸ πουλί, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ καμώματα καὶ τὰ χρυσαυγῆ στολίδια ἑνὸς παγωνιοῦ, τοῦ συμβόλου αὐτοῦ τῆς Ἀνατολῆς».
Ἔβλεπε λοιπὸν τὴ ζωὴ τοῦ ἔθνους μας νὰ ἀναγεννᾶται πνευματικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ στὸν Μυστρᾶ.  Καὶ τὴν ἤθελε μέν μόνο Ἑλληνική, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ προσανατολισμένη πρὸς τὴν Εὐρώπη. Καὶ ἦταν ὁ  Νέο-πλατωνισμός του (αὐτὸς ποὺ χαρακτήρισε καὶ ὅλους τοὺς μαθητές του) ποὺ τὸν ὤθησε τολμηρὰ ἀλλὰ καὶ μὲ βιαιότητα πρὸς τὴν πλευρὰ αὐτή, ἄν καὶ ἡ πολιτική του ὀξυδέρκεια τὸν εἶχε βοηθήσει ἐπίσης, ὥστε ν’ ἀντιληφθεῖ ἐγκαίρως πὼς τὸ ἑλληνικὸ Γἐνος δὲν εἶχε τίποτε νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Παρ’ ὅλα αὐτὰ παρέμενε πάντα ὁ ρεαλιστὴς πολιτικὸς ποὺ ἔβλεπε σὰ μόνη πραγματικότητα τὸ Ἔθνος καὶ τὴν ἐπιβίωσή του, καὶ σὰν καινούργιο στοιχεῖο τὸν ἄνθρωπο.
Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸν Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό, πρέπει πάντα νὰ τονίζουμε ὅτι ἦταν ὁ σοφὸς ποὺ μὲ τὸν ἀγώνα καὶ τὴ διδασκαλία του, προσπαθοῦσε μὲν νὰ ἀποσπάσει τὸν Νέο-ελληνισμὸ ἀπὸ τὴν ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ κυριαρχία τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προφυλάξει ἀπὸ τὴν ἄκρα δημοκρατία.Τὸν ἤθελε μὲν μακριὰ ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε ὀλιγαρχία τῶν ὅποιων δυνατῶν, ἀλλά, ὅπως πολὺ ὡραῖα διατυπώνει ὁ καθηγητὴς Δημήτρης Τσάκωνας:  «ὁραματιζόταν τὴν μεγαλοϊδεατικὴ, θὰ λέγαμε, ἀνασύσταση τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας σὰν κράτος ὅμως μὲ πλατωνικὲς ἀναγεννησιακὲς δομές».
Εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι τὰ χρόνια στὰ ὁποῖα ζοῦσε (ἡ ἐποχὴ δηλαδὴ τῆς Ἀναγέννησης), μπορεῖ νὰ ἦταν ἐποχὴ πνευματικῆς ἀναταραχῆς, καὶ κρίσης γιὰ τὴν Εὐρώπη, γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ὅμως Γένος, ἦταν ἐποχὴ τραγικῆς ἀγωνίας. Καὶ εἶχε κάνει βίωμά του ὅτι μόνον ἕνα ὅπλο ἀμύνης ἀπέμενε στὸν ἑλληνισμό: Ἡ πνευματικὴ ἀναμόρφωσή του, μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ ἱστορικὸ παρελθόν. Καὶ αὐτὸς ὁ Νέο-πλατωνισμός του ἦταν κήρυγμα ὄχι μόνο ἐθνικό, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἀνθρωπιστικό. Ἦταν, ὅπως πολὺ ἐπιτυχημένα τὸν χαρακτήρισε ὁ Δημοσθένης Δανιηλίδης, «Νεοελληνισμός, καὶ συνάμα Οὐμανισμός»:
«Ἡ Ἑλληνικὴ ἰδέα ποὺ κυριαρχοῦσεν ἐκεῖ μέσα – γράφει ὁ ἀείμνηστος Δανιηλίδης – δὲν ἦταν τυφλὴ ἀπομίμηση τῆς ἀρχαίας, δὲν ἦταν μόνο κλασικισμός, ὅπως δὲν ἐσήμαινε καὶ καμμία προσπάθεια στροφῆς πρὸς τὰ πίσω. Γεμάτη βαθύτατο θρησκευτικὸ αἴσθημα δὲν μπόρεσε βέβαια νὰ ἀποφύγει ἐκεῖνον τὸν πειρασμό, ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἰουλιανὸ ἀπὸ τὴν οὐτοπία τοῦ ἀναστηλωτῆ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λατρείας, στὴν τραγωδία τοῦ παραβάτη τῆς θρησκείας τῆς ἀγάπης…
Ἡ φιλοσοφία τοῦ Γεμιστοῦ ἦταν ἐπαναστατική. Σπάζοντας τὰ δεσμὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀριστοτελισμοῦ, ἀπελευθέρωνε καὶ δυνάμωνε ὅλα ἐκεῖνα τὰ πνεύματα ποὺ στὴν ἐξέλιξή τους γεννήσανε καὶ τροφοδοτήσανε τὴ νεώτερη σκέψη καὶ ἔρευνα, τὸν νεώτερο πολιτισμό…
Ὁ Γεμιστὸς ἀνήκει στὴν χορεία τῶν μεγάλων, ποὺ μὲ τὴν Ἀναγέννηση ἀντιτάξανε στὴν Ἁγιοσύνη ἕνα ἄλλο ἰδανικό, τὴν Ὀμορφιά, ποὺ ἀγωνίστηκαν ὄχι μόνο νὰ συμφιλιώσουν τὸν οὐρανόπληκτο καὶ φυγόκοσμο ἄνθρωπο τοῦ Μεσαίωνα μὲ τὸν ἔξω κόσμο, μὰ καὶ νὰ τὸν συνηθίσουν νὰ τὸν ἀτενίζει μὲ τὰ μάτια ἑνὸς Ἕλληνα».
Μετὰ ἀπὸ ὅσα ἀναφέραμε, ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ ποιὰ κατεύθυνση θὰ εἶχε πάρει τὸ ἱστορικὸ ρεῦμα, ἄν οἱ τελευταῖοι Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες εἶχαν ἐνστερνιστεῖ καὶ κάνει πραγματικότητα τὴν τελευταία αὐτὴ ὑπόδειξη τοῦ Πλήθωνα. Καὶ κυρίως, ἄν τὴν ὑπεράσπιση Πόλης καὶ Θρησκείας, εἶχαν ἀναλάβει ἐξ ὁλοκλήρου Ἕλληνες πολεμιστές, καὶ εἶχαν τελείως ἐκδιωχθεῖ οἱ ξένοι μισθοφόροι…
(Φυσικὰ ὅταν τὰ λέμε αὐτὰ δὲν ξεχνᾶμε καὶ τὴν κατάρα τῆς διχόνοιας, ποὺ εἶχε φέρει τοὺς ἀνθενωτικοὺς σὲ σημεῖο ὥστε τὴν ὥρα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἀπὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσα αὐτοὶ ἀρνιόνταν νὰ πολεμήσουν. Οὔτε καὶ τὸ ὅτι τὶς ἴδιες ὧρες τὰ μοναστήρια ἦταν γεμάτα καλόγερους ποὺ κάναν βαθιὲς μετάνοιες. Οὔτε λησμονᾶμε τὰ ὅσα λέγονται γιὰ τὸ χέρι ποὺ ἄνοιξε τὴν κερκόπορτα, οὔτε καὶ τὸν ρόλο τοῦ Γεννάδιου Σχολάριου καὶ την, ἔστω μετὰ τὴν Ἅλωση, σωτήρια πράγματι γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Γένους τακτική του).
Μόνον ὅταν ἔχουμε ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψη μας, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴ γενικότερη εἰκόνα τῆς ἐποχῆς, μόνο τότε μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ γιατὶ ὁ Πλήθωνας ἐγκατέλειψε τὴν Πόλη, γιατὶ ἐγκαταστάθηκε στὸν Μυστρᾶ,  στὴν οὐσία τοῦ κηρύγματός του, ἀλλὰ καὶ νὰ καταλάβουμετὸ βαθύτερο νόημα μερικῶν φράσεων χαρακτηριστικῶν γι’αὐτόν, ὅπως, ἐκεῖνες τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη, ποὺ γράφει: «Ἡ θέση τοῦ Γεμιστοῦ εἶναι κεντρικὴ καὶ σπουδαία: Οὔτε Δύση, οὔτε Ἀνατολή, ἀλλὰ Ἑλλάδα. Κι οὔτε Ὀθωμανόφιλος Χριστιανισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε Φράγκικος τοῦ Βατικανοῦ. Ἀλλὰ ὁ Πλάτωνας… καὶ οἱ ἀπώτερες βλέψεις στήριξης νὰ τείνουν πρὸς τὴ Δύση. Ἀλλὰ χωρὶς καὶ νὰ παραδίδωνται στὴ Δύση».
Μὲ ἀφορμὴ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, Ὁ Γεμιστὸς ἀκολούθησε στὴν Ἰταλία τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Γ’ Παλαιολόγο σὰν σύμβουλός του. Τὸ μακρὺ χρονικὸ διάστημα ποὺ ἡ βυζαντινὴ ἀντιπροσωπία ἔμεινε στὴν Φλωρεντία, ἔδωσε στὸν Πλήθωνα τὴν εὐκαιρία νὰ μεταδώσει ἀρχαιοελληνικὰ ἰδανικὰ στοὺς Ἰταλούς. Οἱ σοφοί, οἱ μορφωμένοι, οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι τῆς Φλωρεντίας κατάλαβαν τὸ μεγάλο του πνεῦμα καὶ τὸν πλησίασαν ἀμέσως. Ἔτσι ὁ Πλήθων διδάσκει Πλάτωνα στὴν Φλωρεντία καὶ γίνεται ἕνας ἀπὸ τοὺς πρόδρομους καὶ πρωτοπόρους τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀναγέννησης. Τὴν «ἐπικουρεῖ», ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζει ὁ καθηγητὴς Δημήτρης Τσάκωνας. Καὶ ἐκεῖ, στὴ Φλωρεντία, σημειώνεται καὶ τὸ σπουδαιότερο ἴσως γεγονὸς τῆς ζωῆς του:
Ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μεγάλο Κοσμᾶ τὸν Μέδικο, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψη τὸν ἀκούει νὰ μιλᾶ γιὰ τὸν Πλάτωνα καὶ τὴν Ἀκαδημία του. Καὶ ἀκούγοντάς τον νὰ ἀναφέρει τὴν ἰδέα τοῦ Πλάτωνα γιὰ τὴν ἵδρυση ἑνὸς κρατικοῦ ἱδρύματος ἀφιερωμένου στῆν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, συλλαμβάνει ὁ Μέδικος τὴ δική του ἰδέα καὶ ἱδρύει τὴ Φλωρεντινὴ Ἀκαδημία, τὸ πρότυπο γιὰ νὰ ἱδρυθοῦν στὴ συνέχεια παντοῦ Ἀκαδημίες.  Μὲ τὴ, χάρη στὸν Πλήθωνα ἵδρυσή τους, κατανικήθηκε τὸ συντηρητικὸ πνεῦμα τῶν Πανεπιστημίων καὶ ἀνοίχθηκε ὁ δρόμος γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Χάρη σὲ αὐτὸν μπῆκε στὴ Δύση πρῶτα τὸ Βυζάντιο καὶ σιγά –σιγὰ τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ Πνεῦμα, Τεράστιο τὸ ἐπίτευγμά του:
«Μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν Μυστρᾶ» -γράφει ἡ Ἑλένη Βαλαβάνη –« καὶ μὲ τὸ ἄλλο στὴ Φλωρεντία τοῦ δίδαξε τι θὰ πεῖ ἑλληνικὸ πνεῦμα». Γι’αὐτὸ καὶ ὁ ἀείμνηστος  Κ.Δ. Γεωργούλης τόνιζε ὅτι:  «Τὰ ἱδρύματα τῶν Ἀκαδημιῶν δίκαιο εἶναι νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν γιὰ πατέρα τους», προσθέτοντας ἀκόμη ὅτι «τὸ ἑλληνικὸ γένος χρεωστεῖ σὲ αὐτὸν τὸ ξαναζωντάνεμα, σὲ μιὰ τραγικὴ στιγμή, τῆς ἐθνικῆς του αὐτογνωσίας».
Ἀκούραστος, μετὰ τὴ διδασκαλία του καὶ τὶς συζητήσεις στὴ Σύνοδο, ἀσχολεῖται καὶ μὲ τὴ συγγραφή. Ἔτσι στὴ Φλωρεντία γράφει καὶ τὸ ἔργο του: «Περὶ ὧν Ἀριστοτέλης πρὸς Πλάτωνα διαφέρεται», ὅπως καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαία βιβλία του, αὐτὸ ποὺ ἔχει τὸν τίτλο:  «Οἱ Νόμοι».
Δύο σχεδὸν χρόνια ἔμεινε στὴ Φλωρεντία ὁ Γεώργιος Γεμιστός καὶ μετὰ τὴ λήξη τῆς Συνόδου ἐπέστρεψε στὸν Μυστρᾶ, γεμάτος ἀγωνία γιὰ τὶς τύχες τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὅμως ἀπὸ τότε μιὰ τιμὴ συνοδεύει μέσα στοὺς αἰῶνες τὸ ὄνομά του: Ὁ Γεώργιος – Πλήθων Γεμιστὸς ἀπὸ λόγους καθαρὰ ἐθνικοὺς κινούμενος, δὲν ὑπέγραψε τὴν ἕνωση τῶν δύο ἐκκλησιῶν. Ὁ ἐπίσκοπος Ἐφέσου Μάρκος ὁ εὐγενικός, καὶ αὐτὸς παρ’ ὅλες τὶς πιέσεις καὶ τοὺς ψυχολογικοὺς ἐκβιασμοὺς ἀρνήθηκαν κατηγορηματικὰ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους. Ὁ Ἐφέσου γιὰ λόγους ἐκκλησιαστικούς, ὁ Πλήθων ὅμως γιὰ λόγους καθαρὰ ἐθνικοὺς. Ἴσως γι’αὐτὸ καὶ ἡ μοίρα τοῦ ἐπιφύλαξε τὴ μεγάλη τύχη νὰ πεθάνει προτοῦ τὰ μάτια του νὰ ἀντικρύσουν τὸ χειρότερο:  Τὴν ἐπαλήθευση δηλαδὴ ὅλων ἐκείνων τῶν τραγικῶν γεγονότων ποὺ ὁ ἴδιος μὲ πόνο καρδιᾶς προφήτευε, καὶ ἐπεδίωξε νὰ τ’ ἀπομακρύνει, μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ζητοῦσε νὰ γίνουν γιὰ νὰ ἀναδιοργανωθεῖ ὁ ἑλληνισμός. Ὁ θάνατός του, τὴν 26ην  Ἰουνίου  1452, ἡμέρα Δευτέρα, λύπησε ὅλους τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς αὐτοκρατορίας,  ἀλλὰ καὶ τῆς Ἰταλίας. Ὅπως έπίσης λύπησε καὶ ὅσους, - σὰ αὐτόν -ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὴ μοίρα τοῦ ἔθνους καὶ εἶχαν πιστέψει στὰ κηρύγματά  του.
Δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅμως ὅτι λύπησε τὸ ἴδιο καὶ τοὺς φανατικοὺς ἀντιπάλους του. Ἀπόδειξη ὅτι ὁ πρῶτος μετὰ τὴν Ἅλωση Πατριάρχης Γεννάδιος ὁ Σχολάριος,  ἔριξε στὴ φωτιὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Πλήθωνα «Νόμοι», ποὺ τὸ περιεχόμενό του εἶχε παρεξηγήσει. Σημειωτέον ὅτι ὁ σχολάριος κατὰ τὴ Σύνοδο τῆςΦλωρεντίας, ὅπου νεαρὸς τότε ἔλαβε ἐπίσης μέρος,  εἶχε ἔρθει σὲ προσωπικὲς ἀντιθέσεις μὲ τὸν Γεώργιο Γεμιστό.
Δεκατρία χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Πλήθωνα, τὸ 1465, ὁ Ἰταλὸς ἀρχιστράτηγος τῶν Ἐνετῶν Σιγιμοῦνδος Μαλατέστα, ξέθαψε τὰ ὀστὰ τοῦ Γεμιστοῦ ἀπὸ τὸν Μυστρᾶ, καὶ διέταξε τὴν μεταφορά τους στὴν ἐκκλησία τοῦ  Ἁγίου Φραγκίσκου τῆς πόλης τοῦ Ρίμινι!
Γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ πρόβαλε τὴν δικαιολογία ὅτι ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς Πλήθων ἦταν προστάτης τῶν γραμμάτων καί, ἑπομένως –σύμφωνα μὲ τὴν γνώμη του -ἡ θέση τῶν ὀστῶν του ἦταν στὴν Ἰταλικὴ χερσόνησο!
Τὸν εὐχαριστοῦμε κι αὐτὸν καὶ τὴν ἰταλικὴ χερσόνησο, ὅπως καὶ τὴν πόλη τοῦ Ρίμινι, γιὰ τὴν ἐπὶ τόσους αἰῶνες διαφύλαξή τους, καιρὸς ὅμως τώρα, νὰ ἐπιστρέψουν.
Ὅπως εἶναι φυσικό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσει κανεὶς ὅλη τὴν ἐποποιΐα τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσης τῆς μεγάλης ἐκείνης μορφῆς τοῦ Νέου ἑλληνισμοῦ ποὺ δικαιολογημένα τὸν ἀποκάλεσαν «τελευταῖο Βυζαντινό, καὶ πρῶτο Νεοέλληνα». Μένει μόνο νὰ ἀναρωτηθοῦμε:
α. Ὑπάρχει ἀντιστοιχία τῆς ἐποχῆς τοῦ Πλήθωνα μὲ τὴ σημερινή;
β. Ὁ Ἑλληνισμὸς βρίσκεται σήμερα σὲ ἀνάλογη κατάσταση;
γ. Μποροῦμε νὰ ἀξιοποιήσουμε τὶς διδαχὲς καὶ τὶς προτροπές του;
(ἀπὸ ἀνέκδοτο κείμενο τοῦ Δημ. Λαζογιώργου ποὺ περιλαμβάνεται  στὸ βιβλίο «ὁ θάνατος τοῦ Γέρου τοῦ Μωριᾶ» τῶν ἐκδόσεων «Πελασγός») φωτογραφία