Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

«Ἡ διάψευση τοῦ μαρξικοῦ διεθνισμοῦ»



1. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἀνάμεσα στὶς θεμελιώδεις διακηρύξεις τοῦ Κομμουνιστικοῦ Μανιφέστου ἦταν κι ὁ περίφημος «προλεταριακὸς διεθνισμός», ποὺ σήμαινε ὅτι οἱ προλετάριοι ὅλων τῶν χωρῶν πάνω ἀπὸ τὶς πατρίδες τους θέτουν τὴν ἐργατικὴ ἀλληλεγγύη, τὸν προλεταριακὸ διεθνισμὸ πρὶν ἀπ’ ὅλα καὶ πάνω ἀπ’ ὄλα. Πρόκειται γιὰ μιὰ οὐτοπικὴ διακήρυξη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δὲν ἐφαρμόστηκε ποτέ, ἀλλὰ καὶ σὲ μερικὲς περιπτώσεις, λειτούργησε ἀντίστροφα, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ τὸ μέγεθος τῆς οὐτοπίας. Θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ὅτι ἀπ’ὅλον αὐτὸν τὸν κουρνιαχτὸ τοῦ διεθνισμοῦ, μόνο τὸ ΚΚΕ τὸν πῆρε στὰ σοβαρὰ καὶ ἀπὸ τὸ 1919 ἕως τὸ 1949 συμπορεύτηκε μὲ τοὺς «συντρόφους» τῶν «ἀδελφῶν κομμουνιστικῶν κομμάτων» τῶν βορείων γειτόνων μας γιὰ τὴν ἀπόσπαση τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Δυτικῆς Θράκης, γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ «Ἀνεξάρτητου Κράτους τοῦ Αἰγαίου», ἤ τὸ «Κράτος τῆς Μακεδονίας» (γιὰ τὸν νοσηρὸ αὐτὸ διεθνισμὸ τοῦ ΚΚΕ ποὺ ἔφτασε στὰ σύνορα τῆς προδοσίας βλ. τὸ ἔργο μου: «ἡ Μακεδονία στὴ Μέγγενη τῆς Γ Διεθνοῦς καὶ τοῦ ΚΚΕ», ἐκδ. «Κάδμος», Θεσσαλονίκη, 2008).

2. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς διάψευσης εἶναι ἡ στάση τῶν προλετάριων τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν ἔκρηξη τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου τὸ 1914, ἔσπευσαν νὰ πολεμήσουν γιὰ τὶς πατρίδες τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διασπαστεῖ ἡ Β Σοσιαλιστικὴ Διεθνής, ὅπως σημειώθηκε πιὸ πάνω.
3. Ὡς πρὸς τὸ διεθνισμὸ τῆς Β Διεθνοῦς, παραθέτω καὶ τοῦτο τὸ παράθεμα ἀπὸ τὸν Πακιστανὸ συγγραφέα T. Ali, ὁ ὁποῖος στὸ ὀγκῶδες ἔργο του: «Ἡ σύγκρουση τῶν φονταμενταλισμῶν» (Ἀθήνα 2003), ἀναφερόμενος στὴν διάσταση λόγων καὶ πράξης τῶν σοσιαλδημοκρατικῶν κομμάτων τῆς Εὐρώπης, κατὰ τὸν Α Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφει καὶ τὰ ἐξῆς: «Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1912, συγκλήθηκε μιὰ ἐπείγουσα συνδιάσκεψη τῆς Διεθνοῦς…  στὴ Βασιλεία, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ ἀποτραπεῖ ἡ ἐπικείμενη καταστροφὴ τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου… Οἱ σοσιαλιστὲς ἡγέτες, Γερμανοί, Βρετανοί, Γάλλοι, ἔδωσαν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἀντισταθοῦν σὲ κάθε ἐπιθετικὴ πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεών τους. Συμφωνήθηκε πὼς ὅταν ἔρθει ὁ καιρός, οἱ κοινοβουλευτικοί τους ἐκπρόσωποι θὰ καταψηφίσουν τὶς πολεμικὲς πιστώσεις. Τὸ κάλεσμα… γιὰ μιὰ «διεθνῆ ἐπαναστατικὴ ἀπεργία ἐνάντια στὸν πόλεμο», χειροκροτήθηκε, παρόλο ποὺ δὲν τέθηκε σὲ ψηφοφορία. Ζητοκραύγασαν θορυβωδῶς τὸν Ζ. Ζωρὲς ὅταν τόνισε ὅτι «θὰ ἦταν πολὺ μικρότερες οἱ θυσίες ποὺ θὰ γίνονταν σὲ μιὰ ἐπανάσταση, σὲ σύγκριση μ’ἐκεῖνες στὸν πόλεμο ποὺ ἑτοιμαζόταν».  Συνεχίζοντας ὁ Πακιστανὸς συγγραφέας, ἀναφέρει τοῦτο τὸ γεγονὸς τοῦ Συνεδρίου τῆς Β  Διεθνοῦς, ποὺ ἔγινε μέσα σὲ μιὰ ἐπαναστατικὴ ἀτμόσφαιρα ὑπὲρ τῆς εἰρήνης: «Τέλος, ὁ V. Adler διάβασε τὴν ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἔγινε ὁμόφωνα ἀποδεκτή. Κατέληγε ὡς ἐξῆς: «Ἀς ὀρθωθεῖ ἐνάντια στὸν καπιταλιστικὸ κόσμο τῆς ἐκμετάλλευσης καὶ τῆς μαζικῆς δολοφονίας ὁ προλεταριακὸς κόσμος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς διεθνοῦς ἀδελφοσύνης»». Ἀλλίμονο ὅμως: Ἄλλες οἱ καλὲς προθέσεις τῶν οὐτοπικῶν σοσιαλιστῶν καὶ ἄλλες οἱ ἐπιταγὲς τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ποὺ ἔχει ρίζες βαθιὲς στον πατριωτισμὸ καὶ τὸ ἔθνος. Αὐτὸ προκύπτει ἀδιάσειστα ἀπ’ ὅ, τι ἀκολούθησε αὐτὲς τὶς ἀποφάσεις. Συνεχίζοντας ὁ T. Ali γράφει: «Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1914, αὐτὰ τὰ ὑψηλὰ συναισθήματα κατέρρευσαν μόλις ἤχησε ἡ σάλπιγγα τοῦ ἐθνικισμοῦ. Ἡ προγραμματικὴ καθαρότητα ποὺ παρουσιάστηκε στὴ Βασιλεία ἐξατμίστηκε καθὼς τὰ τύμπανα καλοῦσαν στὸν πόλεμο τοὺς πολίτες κάθε κράτους. Καμμιὰ καταψήφιση τῶν πολεμικῶν δαπανῶν δὲν ὑπῆρξε. Καμμιὰ ἀπεργία δὲν κηρύχθηκε καὶ καμμιὰ ἐπανάσταση δὲν ὑποκινήθηκε. Μέσα σὲ μιὰ αὐξανόμενη θύελλα σοβινιστικῆς ὑστερίας, ὁ Ζωρὲς δολοφονήθηκε ἀπὸ ἕναν φιλοπόλεμο φανατικό».
4. Αὐτὴ ἦταν ἡ τραγικὴ κατάληξη τοῦ «διεθνισμοῦ» τῆς Β Διεθνοῦς, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἀποτρέψει τὸν Α Παγκόσμιο Πόλεμο, τὸν ἐπιτάχυνε, ὅπως ἐτοῦτα τὰ χρόνια οἱ εἰρηνιστικὲς διακηρύξεις ὁδηγοῦν σὲ αἱματηρὲς συγκρούσεις ἀπὸ τὸ Ἰράκ καὶ τὸ Ἀφγανιστὰν ἕως τὴν ἄλλοτε σοβιετικὴ Γεωργία καὶ τὶς γύρω περιοχὲς ὅπου ἐθνικισμὸς ξεπηδᾶ λαῦρος, μέσα ἀπ’ τὸ κουτὶ τῶν τοπικῶν ἐθνικισμῶν. Ὅσο γιὰ τοὺς σοσιαλδημοκράτες ἡγέτες, Ὁ Πακιστανὸς συγγραφέας γράφει: «Ἡ πλειονότητά τους στάθηκε ἀλύγιστη σὲ στάση προσοχῆς ὅταν οἱ ὁπαδοί τους ὕψωναν ὁ καθένας τὴ δική του σημαία καὶ ἄρχισαν νὰ ἀλληλοσφάζονται». Λόγια, λόγια, λόγια, περὶ διεθνισμοῦ.
5. Ὅμως εἶναι χρήσιμο νὰ σημειωθεῖ, ὡς πρόσθετο παράδειγμα τοῦ νοθευμένου διεθνισμοῦ, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἴδιος συγγραφέας, σχετικὰ μὲ τὴ στάση τῶν κομμουνιστῶν καὶ τῶν σοσιαλιστῶν στὸ ζήτημα τῶν γαλλικῶν ἀποικιῶν: «Τὸ 1936 ἡ κυβέρνηση τοῦ Λαϊκοῦ Μετώπου (στὴ Γαλλία) ἄφησε ἀνέπαφη τὴν ἀποικιοκρατικὴ δομή, καὶ οἱ Σύριοι κομμουνιστὲς τὸ ἀποδέχτηκαν ὡς τετελεσμένο γεγονός. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πολιτικὴ ἀπ’τὴν ὁποία προκύπτει, ὅτι οἱ ντόπιοι κομμουνιστὲς δὲν ἦταν πιστοὶ σὲ μιὰν ἰδέα ἀλλὰ στὰ συμφέροντα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ σοβιετικοῦ κράτους».
6. Αὐτὴ καὶ μόνο αὐτὴ ἦταν ἡ οὐσία τοῦ διεθνισμοῦ ὅπως τὸν ἐφήρμοσε τὸ σοβιετικὸ καθεστῶς, τὸ ὁποῖο τὴν περίοδο 1961, 1962 ἔκανε πόλεμο στὰ σινοσοβιετικὰ σύνορα μὲ τοὺς «συντρόφους»τῆς Λαϊκῆς Κίνας γιὰ μερικὰ χιλιόμετρα γῆς. Σὲ τελευταῖα ἀνάλυση, ὅλα τὰ κομμουνιστικὰ κόμματα τοῦ κόσμου, καὶ ἰδιαίτερα τὰ εὐρωπαϊκά, δὲν ἔκαναν τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ὑπερασπίζονται «τὴ μητέρα πατρίδα»δηλαδὴ τὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση, ἡ ὁποία γι’αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἵδρυσε τὴν περίφημη Γ Κομμουνιστικὴ Διεθνῆ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Κ. Καστοριάδης γράφει καὶ τὰ ἐξῆς, στὸ πλαίσιο τῶν ἀναζητήσεων τοῦ ἐκφυλισμοῦ τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος: «Πῶς ἔγινε καὶ τὰ κόμματα τῆς Γ Διεθνοῦς, ποὺ ἱδρύθηκαν γιὰ νὰ καταργήσουν τὴν ἐκμετάλλευση καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσουν πάνω στὴ γῆ τὴν ἐξουσία τῶν ἐργατῶν, ἔγιναν τὰ ὄργανα ἑνὸς νέου κοινωνικοῦ μετασχηματισμοῦ ποὺ τὰ συμφέροντά του εἶναι τόσο ριζικὰ ἐχθρικὰ ἀπέναντι στὸ προλεταριάτο, ὅσο μποροῦν νὰ εἶναι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς παραδοσιακῆς ἀστικῆς τάξης» (βλ. τὸ ἔργο του: «ἡ γραφειοκρατικὴ κοινωνία», Ἀθήνα, 1977, σελ 168-169).
7. Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα προλεταριάτο συγχυσμένο καὶ ἀλληλοπολεμούμενο, γεγονὸς τὸ ὁποῖο προκύπτει  τὶς σημειωθεῖσες κοινωνικοπολιτικὲς ἐξελίξεις, οἱ ὁποῖες ἀποδεικνύουν συντηρητικὲς πολιτικές του ἐπιλογές, ποὺ στρέφονταν στὸ ἔθνος.  Ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου (1914) καὶ μετά, λένε πολλοὶ στοχαστὲς καὶ ἐρευνητές – κοινωνιολόγοι τῆς Δύσεως, σημειώνονται «κοσμογονικὲς ἀλλαγὲς στὴ δόμηση τῶν κοινωνιῶν καὶ στὴ δόμηση τῶν ὁμάδων» καὶ αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐκ μέρους τῆς ἐργατικῆς τάξης συμμετοχή της στὴν ἐξουσία, ἡ ὁποία «συνοδεύτηκε καὶ ἀπὸ ἀλλαγὴ στὴ στάση της καὶ τὴ συμπεριφορά της». Ὁ Π. Τερλεξῆς, συνεχίζει γράφοντας: Οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς τὴν ὁδήγησαν «στὴν υἱοθέτηση τῶν πιὸ ἀκραίων ἐθνικιστικῶν συνθημάτων σὲ σύγκριση μὲ τὸν ὑπόλοιπο πληθυσμό καὶ δὲν ἦταν λίγες οἱ περιπτώσεις ποὺ ἀπέβλεπαν στὸν περιορισμὸ τῆς ἐξαπλώσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διαφόρων μειονοτήτων, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις πρωτοστάτησε στὸν περιορισμὸ τῆς διακινήσεως ἐργατικοῦ δυναμικοῦ ἀπὸ χώρα σὲ χώρα καὶ ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχή (ἰδιαίτερα στὶς ΗΠΑ)». Στὸ διάστημα τοῦ μεσοπολέμου, ἡ ἄνοδος τοῦ Φασισμοῦ καὶ τοῦ Ναζισμοῦ, ὐποβοηθήθηκε σημαντικὰ ἀπὸ τὴν «δραστήρια ὑποστήριξη μιᾶς μεγάλης μερίδος τοῦ Lumpenproletariat, τόσο στὴ Γερμανία ὅσο καὶ στὴν Ἰταλία», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γραφτεῖ ἀπὸ σοσιαλιστῆ Ἰταλὸ διανοούμενο, ὅτι: «ὁ μῦθος τῆς ἀπελευθερωτικῆς δυνάμεως τοῦ προλεταριάτου διαλύθηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μύθους τῆς προόδου».  Συνεχίζοντας ὁ Π. Τερλεξῆς, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντλῶ τὰ πιὸ πάνω παραθέματα, ἀναφερόμενος στὸν Ἰταλὸ διανοούμενο Silone παραθέτει ἐτούτη τὴν ἄποψή του: «Τὸ πρόσφατο παράδειγμα τῶν ἐργατικῶν σωματείων καθὼς καὶ αὐτὰ τοῦ Σαλαζάρ (Πορτογαλία) καὶ τοῦ Περοῦ, ἔχουν πείσει ἀκόμη καὶ τὸν πιὸ δύσπιστο παρατηρητῆ γιὰ τὶς ὁλοκληρωτικὲς τάσεις τῆς ἐργατικῆς τάξεως» (βλ. Π. Τερλεξῆ: «ὁ αὐταρχικὸς ἄνθρωπος», Ἀθήνα, 1975, σελ. 93-95). Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, θὰ ἔλεγε κανεὶς, ὅτι τὸ εὐρωπαϊκὸ προλεταριάτο –καὶ ὄχι μόνο -ὄχι μόνο δὲν ἦταν διαποτισμένο ἀπὸ τὸν διαβόητο προλεταριακὸ διεθνισμὸ τοῦ Μάρξ, ἀλλὰ ἀντίθετα, ἦταν ἄκρως ἐθνικιστικὸ καὶ ἀντιδραστικό. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἀργεντινῆς τοῦ 1957, στὶς ὁποῖες ὁ περίπου δικτάτορας καὶ ἔντονα ἐθνικιστῆς στρατηγὸς Χ. Περόν (κυβέρνησε μεταξύ 1946-1957), ἡ ἐργατικὴ τάξη τάχθηκε μὲ τὸ μέρος του, ἡ ὁποία τὸν ἀνέδειξε πρῶτο μεταξὺ ἑφτὰ κομμάτων. Οἱ ἐρευνητὲς κατέληξαν στὸ συμπέρασμα ὅτι: «Ἡ περίπτωση τῆς Ἀργεντινῆς ἀποτελεῖ μοναδικὸ ἴσως παράδειγμα ὑπανάπτυκτης χώρας στὴν  ὁποία τὸ ἐργατικὸ κίνημα πέτυχε νὰ ἐγκαθιδρύσει φασιστικὸ σύστημα διακυβερνήσεως, χωρὶς τὴν ἄμεση συμπαράσταση τῆς μεσαίας τάξεως». Τέτοιου εἴδους συμπεράσματα, συνεχίζει ὁ Π. Τερλεξῆς, «ἐνισχύονται ἀπὸ παρατηρήσεις καὶ ἔρευνες ποὺ ἔγιναν καὶ σὲ ἄλλες χῶρες διαφορετικῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς στάθμης, ὅπως Αὐστρία, Ἰαπωνία, Βραζιλία, Καναδά, Μεξικό, Ὁλλανδία, Βέλγιο, Ἰταλία, Γαλλία, Ἀγγλία καὶ ἀλλοῦ». Πρόκειται γιὰ «μιὰ ἕλξη τῆς ἐργατικῆς τάξεως πρὸς τὰ αὐταρχικὰ πρότυπα ἐκφράσεως», ἡ ὁποία, κυρίως, ὀφείλεται στὸ χαμηλό της ἐκπαιδευτικὸ ἐπίπεδο καὶ στὴ ροπὴ γιὰ εὔκολες λύσεις». Συμπερασματικά, λοιπόν, καὶ μὲ τὰ δεδομένα αὐτῶν τῶν ἐρευνῶν, θὰ λέγαμε ὅτι τὸ προλεταριάτο, ὄχι μόνο δὲν λειτούργησε καὶ δὲν ἔδρασε πρὸς τὴν κατεύθυνση ποὺ ἔδειχνε ὁ Μάρξ, ἀλλὰ ἀντίθετα, ἀκολούθησε ἐντελῶς διαφορετικοὺς δρόμους καὶ ἀντὶ γιὰ ἐπανάσταση εἴχαμε στασιμότητα ἤ πισωγύρισμα.
8. Ἄν γυρίσουμε πίσω καὶ πᾶμε στὸν Ρωσο-κινεζικὸ πόλεμο τοῦ 1900, διαπιστώνεται ὅτι τὸ ρωσικὸ προλεταριάτο ἔδειχνε μεγἀλη ἀνοχὴ καὶ ἀπολάμβανε τὶς νίκες τῆς πατρίδας του κατὰ τῶν Κινέζων ἐργατῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἐξόργισε τὸν Λένιν ποὺ ἔγραφε σχετικά: «Μόνο ποὺ μέσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς πανηγυρισμοὺς δὲν ἀκούγεται ἡ φωνὴ τῶν συνειδητῶν ἐργατῶν, αὐτῶν τῶν πρωτοπόρων ἐκπροσώπων τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων τοῦ ἐργαζόμενου λαοῦ» (βλ. τὸ σχετικό του ἄρθρο μὲ τίτλο: «Ὁ πόλεμος μὲ τὴν Κίνα», στὸν Δ τόμο τῶν «Ἁπάντων», σελ. 383).
9. Ἡ ἀποτυχία αὐτὴ ὀφείλεται στὸ ψυχολογικὸ καὶ κοινωνιολογικὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἄνθρωποι σ’ ὅλες τὶς ἐποχές, καὶ μὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες, συνδέονται μὲ στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν πατρίδα τους, ἡ ὁποία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕνας χῶρος, ἀπὸ ἕνα κομμάτι γῆς. Εἶναι κάτι πολὺ πιὸ ἁπλό, πιὸ γλυκὸ καὶ πιὸ μεγάλο, εἶναι ἡ πατρίδα, ὅπως τὸ διακήρυξε ὁ Σωκράτης, σ’ ἐκείνη τὴ γοητευτική του διακήρυξη γι’αὐτή, λέγοντας καὶ τὰ ἐξῆς: «Ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους προγόνους, ἡ πατρὶς εἶναι τὸ πολυτιμώτερον πρᾶγμα καὶ τὸ σεβαστότερο καὶ τὸ ἁγιώτερο καὶ τοποθετεῖται σὲ ἀνώτερη μοίρα κατὰ τὴ γνώμη τῶν θεῶν καὶ κατὰ τὴ γνώμη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν μυαλό» (βλ. Πλάτωνος «Κρίτων» Διάλογοι κεφ. 12).
10. Ὁ Α. Ντὲ Τοκβὶλ κινεῖται στὸ ἴδιο πνεῦμα μὲ τὸν Σωκράτη, γράφοντας: «Ὑπάρχει μιὰ ἀγάπη τῆς πατρίδας ποὺ ἔχει κυρίως τὴν πηγὴ στὸ παρορμητικὸ ἀνιδιοτελὲς καὶ ἀπροσδιόριστο ἐκεῖνο συναίσθημα ποὺ συνδέει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ μέρη ποὺ γεννήθηκε. Ἡ ένστικτώδης αὐτὴ ἀγάπη ταυτίζεται μὲ τὴν ἀρέσκεια γιὰ τὰ παλαιὰ ἔθιμα, μὲ τὸ σεβασμὸ πρὸς τοὺς προγόνους καὶ τὴ μνήμη τοῦ παρελθόντος… Συχνὰ ὁ ἔρωτας αὐτὸς τῆς πατρίδας ἐκτείνεται ἀκόμη πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ ζῆλο καὶ τότε τὸν βλέπουμε νὰ κάνει θαύματα» (βλ. «ἡ Δημοκρατία στὴν Ἀμερική», Ἀθήνα 2001 σελ. 245 Στοχαστής).
11. Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ κατάργηση τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἐθνικῆς συνείδησης εἶναι ἀνέφικτος στόχος ἀφοῦ καὶ οἱ ἔνθερμοι θιαςῶτες τῆς μαρξικῆς κοσμοθεωρίας, ὅταν ἔρχεται ἡ κρίσιμη ὥρα, ἡ μεγάλη ὥρα, σκέπτονται ἐθνικὰ καὶ δροῦν ἐθνικά (μὲ κάποιες ἐξαιρέσεις τοῦ νοσηροῦ ἑλληνικοῦ διεθνισμοῦ). Ἄς δοῦμε λοιπόν, μερικὲς ἐκδηλώσεις αὐτοῦ τοῦ φαινομένου.
12. Ὁ Ν. Κροῦτσεφ, στὴν πολύκροτη εἰσήγησή του στὸ 20ο Συνέδριο τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, ἀναφερόμενος στὶς σχέσεις σοσιαλισμοῦ-πατριωτισμοῦ καὶ διεθνισμοῦ, ἔλεγε καὶ τὰ ἐξῆς: «ὁ σοσιαλισμὸς ὄχι μόνο δὲν καταργεῖ τὰ διάφορα χαρακτηριστικὰ καὶ τὶς ἰδιομορφίες τῶν διαφόρων ἐθνοτήτων, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐξασφαλίζει τὴν ὁλόπλευρη ἀνάπτυξη καὶ ἄνθιση τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς κουλτούρας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ἐθνοτήτων… Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε στὴ σύγχυση ποὺ παθαίνουν ὁρισμένοι σύντροφοι πάνω στὴν ἔννοια τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἄς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸ ζήτημα τοῦ Σοβιετικοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τοῦ διεθνισμοῦ… Δυστυχῶς ὁρισμένοι σύντροφοι θεωροῦν ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα μας ἔρχεται δῆθεν σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν διεθνὴ ἀλληλεγγύη τῶν ἐργαζομένων καὶ πρὸς τὸν σοσιαλιστικὸ διεθνισμό. Ἡ τέτοια ἑρμηνεία προσβάλλει τὸ ἐθνικὸ συναίσθημα τῶν ἀνθρώπων»… Τὸ 1914 στὸ ἀποκορύφωμα τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος Λένιν, ἔγραφε: «Εἶναι ἄραγε ξένο σ’ ἐμᾶς τοὺς Μεγαλορώσους συνειδητοὺς προλετάριους τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ὑπερηφάνειας; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἀγαποῦμε τὴ γλώσσα μας καὶ τὴν πατρίδα μας κι ἐργαζόμαστε περισσότερο ἀπ’ τὸν καθένα γιὰ ν’ ἀνεβάσουμε τὶς ἐργαζόμενες μάζες τῆς Πατρίδας μας (δηλαδὴ τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ πληθυσμοῦ της) στὸ ἐπίπεδο τῆς συνειδητῆς ζωῆς τῶν δημοκρατῶν καὶ τῶν σοσιαλιστῶν» (βλ. «Πρακτικὰ τοῦ 20ου Συνεδρίου τοῦ ΚΚΣΕ» Ἀθήνα 1956 ἐκ. «Ζώγια», σελ 104). Συνεχίζοντας ὁ Κροῦτσεφ, μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Λένιν, ἔλεγε: «ὁ ὀργανικὸς συνδυασμὸς τοῦ σοσιαλιστικοῦ πατριωτισμοῦ μὲ τὸν διεθνισμό, αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδεολογικὴ βάση γιὰ τὴ στερέωση τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μεταξὺ τῶν σοσιαλιστικῶν ἐθνῶν. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ καθοδηγεῖται καὶ θὰ καθοδηγεῖται τὸ κόμμα μας στὴν ἐθνική του πολιτική».
Συμπέρασμα: Οἱ κορυφαῖοι τοῦ κομμουνισμοῦ σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲν ἀποσυνδέουν τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα μὲ τὸ σοσιαλισμὸ καὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν σοσιαλιστικῶν ἐθνῶν, ὅπως τὸ κάνουν τοῦτα τὰ χρόνια οἱ ἀνιστόρητοι «προοδευτικοί» τῆς καταρρέουσας Ἑλλάδας!
13. Ὅμως, παρὰ τὸν ἄκρατο βερμπαλισμὸ γιὰ τὸν διεθνισμὸ καὶ τὴν δῆθεν ἀλληλεγγύη τῆς ἐργατικῆς τάξης ποὺ ἐπαγγέλθηκε ὁ μαρξισμός, τὰ πράγματα ἀκολούθησαν, καὶ άκολουθοῦν στὴ ζωή, ἐντελῶς διαφορετικοὺς δρόμους. Εὔγλωττη μαρτυρία, καὶ μάλιστα αὐθεντική, ἀποτελοῦν ἐτοῦτα τὰ λόγια τοῦ Ἔνγκελς ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀναδύονται οἱ ἐπισημάνσεις του γιὰ τὴν ὑπερβολικὴ ὑπερεκτίμηση τοῦ ρόλου καὶ τῆς ταξικῆς συνείδησης τοῦ περίφημου προλεταριάτου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀληθινὴ εἰκόνα ἔδιναν ἐτοῦτα τὰ λόγια του. Νά λοιπὸν τί ἔλεγε στὰ 1882 ὁ συνιδρυτὴς τοῦ ἐπιστημονικοῦ σοσιαλισμοῦ, ὁ Ἔνγκελς, ἀπαντώντας στὸν Kautsky (1854-1938), ποὺ ἦταν κι αὐτὸς θεωρητικὸς τοῦ σοσιαλισμοῦ: «Μὲ ρωτᾶτε τί νομίζουν οἱ Ἄγγλοι ἐργάτες γιὰ τὴν ἀποικιακὴ πολιτική; Τὸ ἴδιο ὅ,τι κι οἱ ἀστοί… Οἱ ἐργάτες τρῶνε κι αὐτοὶ πρόσχαρα ἀπὸ τὸ μονοπώλιο τῆς Ἀγγλίας στὴν παγκόσμια ἀγορὰ καὶ στὶς ἀποικίες» (βλ. Π. Κονδύλη: ὅπ. π. σελ. 406, «θεωρία τοῦ Πολέμου»). Ἰδοὺ λοιπόν, ὁ προλεταριακὸς διεθνισμὸς στὸ ἀποκορύφωμά του.  Οἱ  «προλετάριοι» τοῦ Λονδίνου ἅρπαζαν τὴν μπομπότα ἀπὸ τοὺς «συντρόφους» ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τὴν ἔκαναν δικό τους παντεσπάνι!!
14. Ὡς συμπέρασμα, λοιπόν, θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ ἔθνος δέν ἀποτελεῖ μόνο ἕνα αὐτοτελὲς καὶ ἰδιαίτερο ἱστορικὸ γεγονός, ἀλλὰ καὶ ἕνα φαινόμενο κοινωνικό, τὸ ὁποῖο διαμορφώνεται ἀπὸ τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων στὸν ἴδιο χῶρο. Οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται σὲ σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως καὶ ἀλληλοκαθορισμοῦ μέσα σ’ ἕνα πλέγμα ἀπειράριθμων κοινωνικῶν σχέσεων, ποὺ ἐκτυλίσσονται στοὺς κόλπους ἀενάως μεταβαλλομένων κοινωνιῶν καὶ παραγωγικῶν δυνάμεων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποτελεῖ προσδιοριστικὸ παράγοντα τῆς ἀτομικῆς κοινωνικῆς ἀνέλιξης τῶν ἀτόμων, τόσο ὡς ἀτόμων, ὅσο καὶ ὡς κοινωνικῶν συλλογικῶν ὑποκειμένων (γιὰ μιὰ πληρέστερη καὶ πολυεπίπεδη ἐνημέρωση τῆς καταγωγῆς τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἐθνικισμοῦ βλ. τὸ ἔργο τοῦ «κορυφαίου Βρετανοῦ ἀνθρωπολόγου καὶ φιλοσόφου» Ε. Γκέλλνερ: «Ἔθνη καὶ ἐθνικισμός»,  ἐκδ. «Ἀλεξάνδρεια», Ἀθήνα 1992). Ἐπισημαίνοντας αὐτὴ τὴν ἱστορικοκοινωνικὴ διαδικασία, οἱ Μάρξ-Ἔνγκελς, γράφουν συμπερασματικά: «Ἀποδεικνύεται, εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ ἀνάπτυξη ἑνὸς ἀτόμου προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν ἄλλων, ποὺ μ’αὐτὰ βρίσκεται σὲ ἄμεσες ἤ ἔμμεσες σχέσεις· ἐπίσης, οἱ διάφορες γενεὲς ἀτόμων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καθιερώθηκαν σχέσεις, ἔχουν τοῦτο τὸ κοινό, ὅτι οἱ μεταγενέστερες γενεὲς προσδιορίζονται στὴ φυσική τους ὕπαρξη ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ προηγήθηκαν, δέχονται ἀπ’ αὐτὲς,  τὶς παραγωγικὲς δυνάμεις ποὺ ἐκεῖνες ἔχουν συσσωρεύσει καὶ τὶς δικές τους μορφὲς ἀνταλλαγῶν, γεγονὸς ποὺ ὁρίζει τὴ δομὴ τῶν σχέσεων, ποὺ καθιερώνονται μεταξὺ τῶν σημερινῶν γενεῶν. Κοντολογίς, φαίνεται ὅτι αὐτὸ εἶναι μιὰ ἐξέλιξη ποὺ ἔχει συντελεσθεῖ· ἡ ἱστορία ἑνὸς ἀτόμου παρμένου χωριστά, δὲν μπορεῖ σὲ καμμιὰ περίπτωση ν’ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν ἀτόμων ποὺ προηγήθηκαν ἀπ’ αὐτό ἤ εἶναι σύγχρονοί του·  ἡ ἱστορία του ἀντίθετα, καθορίζεται ἀπὸ τὴ δική τους». (βλ. τὸ ἔργο τους: «ἡ γερμανικὴ ἰδεολογία», τομ. Β ἐκδ. «Ἀναγνωστίδη», σελ. 259-260). Εἶναι προφανὲς ὅτι κατεξοχὴν αὐτὴ ἡ κοινωνικοπολιτικὴ διαδικασία πραγματώνεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν, κινοῦνται καὶ δροῦν μέσα στὴν ἴδια κοινωνία, ἡ ὁποία βιώνει στὸν ἴδιο χῶρο δηλαδὴ μέσα στὰ τοπικὰ- κρατικὰ σύνορα. Πιὸ συγκεκριμένα, οἱ πιὸ πάνω κοινωνιολογικὲς λειτουργίες τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων καὶ ἀλληλοεπηρεασμῶν καὶ ἀλληλοκαθορισμῶν τῶν Ἑλλήνων ἐκτυλίσσονται μεταξὺ τῶν συνελλήνων ποὺ ἀνήκουν στὸ ἑλληνικὸ ἔθνος καὶ τὸ συναποτελοῦν. Αὐτὲς οἱ καθιερωμένες σχέσεις τῶν  ἑλληνικῶν γενεῶν, δὲν διαμορφώνονται καὶ δὲν σφυρηλατοῦνται μεταξὺ ἀτόμων-Ἑλλήνων καὶ ἀτόμων-Κινέζων πχ..  Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἀνάπτυξη ἑνὸς Ἕλληνα δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀνάπτυξη ἑνὸς Κινέζου, ἀλλὰ μὲ τὴ συνανάπτυξη τοῦ συντοπίτη του μὲ τὸν ὁποῖο ἔρχεται σὲ ἄμεση σχέση. Αὐτὸν ἐπηρεάζει, ἀπ’ αὐτὸν ἐπηρεάζεται καὶ μ’ αὐτὸν διαμορφώνουν τὸ κοινωνικὸ γίγνεσθαι ὄχι τῆς Κίνας ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος, δηλαδὴ τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων.
Συμπερασματικά: Οἱ πιὸ πάνω κοινωνικοϊστορικὲς διαδικασίες, στὸ πεδίο τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει αὐτοτελῆ ὕπαρξη, αὐτοτελῆ κοινωνικοιστορικὴ λειτουργία καὶ συνέχεια ποὺ στηρίζεται στὴ διαδοχὴ τῶν γηγενῶν γενεῶν ποὺ πέρασαν, ζοῦν καὶ θἄρθουν.  Ἔθνος, μὲ ἄλλα λόγια εἶναι τὸ ἱστορικο-κοινωνικὸ προϊόν, τὸ ὁποῖο ὁ μεγάλος μας Κωστῆς Παλαμᾶς, σκιαγράφησε μὲ ἐτούτους τοὺς στίχους: «Χρωστᾶμε σ’ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν, θὰ ΄ρθοῦνε, θὰ περάσουν, κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν, οἰ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί»
Καταλήγοντας ὡς πρὸς τὸ ἔθνος καὶ τὸν ἐθνισμό, ποὺ δὲν ἀποκλείει τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα, τὴ Σοβιετικὴ πατρίδα τοῦ Λένιν καὶ τοῦ Κροῦτσεφ, προσθέτω ὅτι αὐτὸ τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα λειτούργησε ἔντονα καὶ στὴν Κίνα τοῦ Μάο. Σχετικά, ὁ Γάλλος στοχαστὴς καὶ ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ ΚΚ Γαλλίας, ὁ Ρ. Γκαρωντύ, ἀναλύοντας τοὺς λόγους κινητοποιήσεως τῶν λαϊκῶν μαζῶν στὴν Κίνα, ποὺ ὁδήγησε στὴ λαϊκὴ ἐπανάσταση καὶ στὴ νικηφόρα πορεία της, ὑπογραμμίζει «τὴ δύναμη τοῦ ἐθνικοῦ συναισθήματος ὡς ἀποφασιστικοῦ συντελεστῆ τὴς κινητοποιήσεως τῶν μαζῶν». Τὸ αἴσθημα αὐτό, τὸ ἐθνικό, «ἐκδηλώθηκε ἰδιαίτερα μὲ τὴ διείσδυση τοῦ ξένου κεφαλαίου στὴν Κίνα»,  ὁ ἡγέτης τῆς ὁποίας, ὁ Μάο Ταὲ Τούνγκ, τὸ 1927, διατύπωσε τὴ θέση ὅτι  «ἡ ἐθνικὴ ἀστικὴ τάξη εἶναι μιὰ δύναμη τῆς ἐπανάστασης» (βλ. Ρ. Γκαρωντύ: «τὸ κινεζικὸ πρόβλημα» Ἀθήνα, 1971, σελ. 37 καὶ 42).
Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου (κεφ. τρίτο ἀπὸ τὸ ἔργο του «ἡ κομμουνιστικὴ οὐτοπία» ἐκδ. «Πελασγός»).



Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου σπούδασε πολιτικές, οἰκονομικὲς ἐπιστῆμες καὶ νομικά καὶ συνέγραψε τέσσερεις δεκάδες ἐπιστημονικὲς ἐργασίες καὶ βιβλία πολιτικοῦ καὶ ἱστορικοῦ περιεχομένου. Γιὰ τὰ ἔργα του ποὺ ἀναφέρονται στὴ τοπικὴ αὐτοδιοίκηση βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καὶ τὸ Δῆμο Ἀθηναίων καὶ γιὰ τὸ ἱστορικό του ἔργο ποὺ ἀναφέρεται στοὺς ναυτικοὺς συνεταιρισμούς καὶ τὴ μεγάλη τους συμβολὴ στὴν ἐθνεγερσία τοῦ ’21 τιμήθηκε μὲ χρηματικὸ βραβεῖο ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Στὸ ἀπώτερο παρελθὸν διετέλεσε πρόεδρος, ἀντιπρόεδρος καὶ γενικὸς γραμματέας πολλῶν ἐπιστημονικῶν συλλόγων καὶ ἑταιρειῶν, μὲ ἀγῶνες γιὰ τὴν Κύπρο, μέσα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Ἐπιτροπὴ Κυπριακοῦ Ἀγῶνος, τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦταν ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Δ. Βεζανῆς. Τὰ τελευταῖα χρόνια δραστηριοποιεῖται στὴν Ἐπιτροπὴ Ἐνημερώσεως ἐπὶ τῶν Ἐθνικῶν Θεμάτων, τὴν ὁποία ἵδρυσε μεταπολιτευτικὰ ὁ δάσκαλός του καὶ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Μιχ. Στασινόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες