Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

ΔΥΣΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΘΟΥΣ


Ἔρχεται πάλι τεφρώδης ὁ Τειρεσίας
μὲ τὸ δεξί του χέρι ἀνεμίζοντας ὑπεράνω
τὸ σπαραγμένο στεφανοχάρτι τοῦ Οἰδίποδα
μὲ τ’ ἄλλο χέρι κρατώντας ἀπὸ χρυσή
ἀλυσίδα τὰ χρὠματα.
Ἔρχεται τώρα στεφανωμένος μὲ χαμομήλι
(κάποτε εἶχε ρίξει στὸ κεφάλι του ἀσβέστη).
Λένε πὼς πάει στὴν Ἀνακήρυξη τοῦ Νεροῦ
μελετώντας οὐράνια πράματα
καὶ κάθε τόσο τρίβει
τὰ θλιβερὰ καλάμια τὰ μαστάρια του ποὺ κρέμονται
σ’ ὁλάκερη τὴν ἀποτυχία τοῦ σώματος
γιατὶ τὸ ξέρει: περισσότερο ἀπ’ ὅλες τὶς αἰσθήσεις
ἡ ἁφὴ λυτρώνει, ἡ πιὸ ἄσημη.
Χαζεύω τυφλὸς – εἶπε ξάφνου καὶ κάθισε
βάζοντας θεατρικὰ τὸ ραβδί του στὰ γόνατα,
χαμένο ἀπὸ μέρες κι ἀνεύρετο. –
Ἔτσι χαζεύουν κ’ οἱ ἀπέραντοι νεκροί
τὴν πλάση στὰ ψυχιατρεῖα
κάθε ἀμνὸς ποὺ σφάχτηκε λαβαίνει πάλι τὸ κορμί του
μὲ ἀστραπὲς ποὺ μεγαλώνουν τὴν εὐλάβεια.
Ἡ νύχτα πρήστηκε κι ὁ Τειρεσίας μυρίζει ἄσχημα
ὅσοι τὸν βλέπουν κάνουν πέρα πιάνοντας
τὴ μύτη τους μὲ χαρτομάντιλα.
Μονάχα ὁ ἀγέρας περιβάλλει ἄνετα
 τὸ γηραλέο τοῦτο ψοφίμι
γεμάτο σκοτάδι καὶ ἁγνὴ ἀποσύνθεση.
Οὔτ’ ἕνας ἦχος μέσ’ στὸ βάραθρο τοῦ στήθους!
Κι ὅμως χαιρόμαστε κανονικὰ
ποιμαίνουμε τὶς ἑβδομάδες
ὅσο κι ἄν ἡ τέφρα δυναστεύει τὴν ὄραση
χαρίζοντας τὸ πλῆγμα νὰ λιγοστεύουμε.
Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ καρποὶ σὰν ταξιδιῶτες παρατοῦν τὰ δέντρα
πέφτοντας ἔρημοι στὴν ἀπέραντη τύχη.
Ὁ Τειρεσίας ἀναπνέει μὲ τὰ βράγχια τοῦ ἀπόλυτου
τὸν ξεκλειδώνει κάποτε ξαφνικὴ ἀνατριχίλα
γυρίζοντας τὸ αἷμα
καθὼς γυρίζει ὁ φτωχὸς
τὸ παλιωμένο ροῦχο καὶ τὸ ξανανιώνει.
Τίποτα δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα
στὴ σφύρα τοῦ θανάτου καὶ στὸν ἄκμονα
ποὺ εἶν’ ὁ ἀπόρρητος ἥλιος.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἄντεξε τ’ ἀστέρια
γνωρίζει τὴ λεπίδα τοῦ κενοῦ καὶ οὐρλιάζει.

Νῖκος Καροῦζος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες