Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ο «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ» ΜΥΘΟΣ



Ἡ Μακεδονία, γεωγραφικὴ περιοχὴ τῆς βαλκανικῆς χερσονήσου (μεταξὺ Μαυροβουνίου, Ἀχρίδος, Γράμμου, Ὀλύμπου, Χαλκιδικῆς, Νέστου, Πιρὶν καὶ τοῦ ὅρους  Ὀσογκόφσκα), ἀνῆκεν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν μέχρι τῶν βαλκανικῶν πολέμων τοῦ 1912-1913. Μετὰ τοὺς πολέμους τούτους, τὸ ἀπελευθερωθὲν ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τμῆμα της, περιῆλθε, βάσει τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου (13 Αὐγούστου τοῦ 1913), εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἕτερον τμῆμα ἐξεχωρήθη εἰς τὴν Σερβίαν καὶ τὸ ὑπόλοιπον, μικρότερον τμῆμα, ἐδόθη εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς τουρκοκρατίας, τόσον τὸ περιελθὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα τμῆμα τῆς Βαλκανικῆς αὐτῆς περιοχῆς, ὅσον καὶ σημαντικὸν μέρος τῆς παραχωρηθείσης εἰς τὴν Σερβίαν (περιφέρεια τοῦ Μοναστηρίου) κατωκοῦντο ὑπὸ συμπαγος καὶ ἀκμάζοντος, ὑλικῶς καὶ πολιτιστικῶς,  ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπερεῖχε μεγάλως ἀπὸ ἀριθμητικῆς ἀπόψεως ἔναντι τῶν Τούρκων τῶν Βουλγάρων, τῶν Σέρβων, τῶν Ἀλβανῶν, καὶ τῶν Κουτσοβλάχων κατοίκων.

Ἐπὶ τέσσαρας καὶ πλέον αἰῶνας, τοῦ προηγηθέντας τοῦ 20ου ὁ ὅρος «Μακεδονία» ἦτο, ἐντὸς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ὅρος γεωγραφικός, μὲ μωσαΐκὸν κατοίκων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπικρατέστεροι ἦσαν οἱ Ἕλληνες, οἱ Τοῦρκοι καὶ οἱ Βούλγαροι. Διὰ τοῦτο καὶ ὅταν τὸ 1893 ὁ Ντάμε Γκροῦεφ (1871-1906) ἵδρυε τὴν «Ἐσωτερικὴν Μακεδονικὴν Ἐπαναστατικὴν Ὀργάνωσιν» (τῶν «Σαντραλιστῶν»), ἐκάλει πρὸς προσχώρησιν εἰς αὐτὴν «πάντα κάτοικον τῆς εὐρωπαΐκῆς Τουρκίας ἄνευ διακρίσεως γένους, ἐθνότητος, θρησκείας καὶ πεποιθήσεων» καὶ ἔτασσεν ὡς σκοπὸν τὴν ἀπελευθέρωσιν ὅλων τῶν κατοίκων τούτων ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ. Ἐχρησιμοποίει δηλαδή, τὸν ὅρον «μακεδονικός» μὲ γεωγραφικὴν ἔννοιαν. Περὶ ὑπάρξεως χωριστῆς μακεδονικῆς ἐθνότητος οὐδεὶς ἐγίνετο λόγος. Ἀλλὰ καὶ μετὰ δύο ἔτη, (1895), ὁπότε ὁ Μπόρις Σαράφωφ (1872-1907) ἵδρυε καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ τσαρίσκου τῆς Βουλγαρίας Φερδινάνδου τὴν «Ἐξωτερικὴν Μακεδονικὴν Ἐπαναστατικὴν Ὀργάνωσιν» (τῶν «Βερχοβιστῶν»), θέμα «Μακεδόνων» δέν ἐτίθετο, ἀλλ’ ἐζητεῖτο ἁπλῶς ἡ προσάρτησις τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν Βουλγαρίαν (βάσει τῆς διαβοήτου συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἡ ὁποία ἠκυρώθη ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τοῦ Βερολίνου τὸν Ἰούνιον-Ἰούλιον τοῦ 1878, πέντε μῆνας μετὰ τὴν σύναψίν της ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ρωσίας) καὶ ἐγκαινιάζετο μία περίοδος ἀγρίας τρομοκρατικῆς δράσεως τῶν κομιτατζήδων ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων κυρίως, οἱ ὁποῖοι δέν ἦσαν δυνάσται, ἀλλὰ δυναστευόμενοι. Ἐν τῷ μεταξύ, οἱ Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας εἶχον ἐπαναστατήσῃ τετράκις διὰ τὴν ἀποτίναξιν τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ: τὸν Μάϊον τοῦ 1821, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1822, τὸ 1854 καὶ τὸ 1878. Τόση δε ἦτο ἡ συνείδησις τῆς ἑλληνικότητος τῆς περιοχῆς ταύτης ὥστε κατὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατόπιν πρωθυπουργὸς τῆς Μ. Βραταννίας Σώλμπερυ (1830-1903) εἶχε διακηρύξῃ: «Ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θράκη εἶναι ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι ὅπως καὶ ἡ Κρήτη».
Μέχρι τῶν Βαλκανικῶν πολέμων - κατὰ τὴν πρώτην δραματικὴν καὶ αἱματηροτάτην δεκαετίαν τοῦ 20ου αἰῶνος - τρία κυρίως ἔθνη εὑρίσκοντο ἐπὶ σκηνῆς εἰς τὴν Μακεδονίαν: ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία ἠγωνίζετο νὰ διατηρήσῃ τὴν εὐρωπαΐκὴν αὐτοκρατορίαν της· ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἐπεδίωκε νὰ προστατεύσῃ τὰ ὑπόδουλα τέκνα τηςἀπὸ τὰς κομιτατζηδικὰς ἐπιδρομάς, ἀναγκασθεῖσα νὰ ὀργανώσῃ πρὸς τοῦτο ἀνταρτικὰ σώματα· καὶ ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὴν δι’ ἐξοντώσεως τῶν Ἑλλήνων προσάρτησιν τῆς Μακεδονίας. (Οἱ Σέρβοι, καίτοι εἶχον ἀνεξάρτητον κράτος, ἀπουσίαζον μᾶλλον ἀπὸ τὴν μάχην).
Εἰς διασπάρτους περιοχὰς τῆς ὑπαίθρου τῆς  Μακεδονίας ὡμιλεῖτο, πλὴν τῆς ἑλληνικῆς, τῆς τουρκικῆς, τῆς βουλγαρικῆς καὶ τῆς σερβικῆς, ἕν ὑποτυπῶδες ἰδίωμα σλαβικῆς ὑφῆς (τὸ ὁποῖον δέν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδιαιτέρα «γλῶσσα», συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς γλωσσολογίας), συγγενέστατον πρὸς τὴν βουλγαρικὴν μᾶλλον παρὰ πρὸς τὴν σερβικὴν γλῶσσαν καὶ μὲ λεξιλόγιον πτωχότατον, ἀποτελούμενον ἀπὸ βουλγαρικάς, σερβικάς, ἑλληνικάς, τουρκικάς, βλαχικάς, ἀλβανικάς κλπ. λέξεις. Ἡ σχέσις τοῦ ἰδιώματος τούτου πρὸς τὴν βουλγαρικὴν καὶ πρὸς τὴν σερβικὴν γλῶσσαν εἶναι ἀνάλογος μὲ τὴν σχέσιν τῆς ποντιακῆς λ.χ. ἤ τῆς κυπριακῆς διαλέκτου πρὸς τὴν ἑλληνικήν. Μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τὸ σλαβικὸν τοῦτο ἰδίωμα ἦτο προφορικῆς ἀποκλειστικῶς χρήσεως καὶ δέν εἶχεν ἀποκτήσῃ γραπτὴν μορφήν. Οἱ ὁμιλοῦντες αὐτὸ ὑπῆρξαν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τουρκοκρατίας, ἤ βουλγαρόφρονες ἤ ἑλληνόφρονες. Πολλοὶ ἐστάθησαν οἱ καθοριστικοὶ παράγοντες τοῦ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἤ τὴν Ἑλλάδα ἐθνικοῦ προσανατολισμοῦ των. Τὸ γεγονὸς εἶναι πάντως, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μακεδονικοῦ ἀγῶνος, σλαβόφωνα χωρία τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς εριφερείας τοῦ Μοναστηρίου ἔδωσαν φοβεροὺς Βουλγάρους κομιτατζῆδες καὶ γενναίους Ἕλληνας ἀντάρτας.
Τὸ περίφημον «μακεδονικὸν ζήτημα» ἐπὶ τουρκοκρατίας ἦτο ζήτημα ὄχι ἀποκαταστάσεως καμμιᾶς χωριστῆς ἐθνότητος διαβιούσης ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλὰ διανομῆς τῆς περιοχῆς μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Βουλγάρων κυρίως, οἱ ὁποῖοι προσεπάθουν διὰ τῶν κομιτατζήδων ν’ἀναλάβουν τὴν ἡγεσίαν τῶν σλαβοφώνων καὶ νὰ ἐξουδετερώσουν τὸν ἑλληνικὸν παράγοντα. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καὶ τὴν διανομὴν τῆς Μακεδονίας μεταξὺ Ἑλλάδος, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας καὶ μέχρι τοῦ 1921 τὸ «μακεδονικὸν ζήτημα» ὑπῆρχεν ἁπλῶς ὡς ἐκδήλωσις βουλγαρικοῦ «ἀλυτρωτισμοῦ», δηλαδή, ὡς προσπάθεια τῶν Βουλγάρων νὰ ἐπιτύχουν ἐνσωμάτωσιν τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς σερβικῆς Μακεδονίας, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τοῦ μεταβατικοῦ σταδίου τῆς «αὐτονομήσεως», κατὰ τὸ προηγούμενον τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας (1885). Μόνον μετὰ τὴνἐπικράτησιν τοῦ μπολσεβικισμοῦ ὡς κρατικοῦ καθεστῶτος εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἐτέθη ὑπ’αὐτοῦ «μακεδονικὸν ζήτημα», ὡς ζήτημα ἀπελευθερώσεως ἑνὸς ἰδιαιτέρου τάχα, ἔθνους καὶ ἐπλάσθη ὁ σχετικὸς μῦθος.
Οὕτω, τὸ 1921 ἱδρύετο εἰς τὴν Βουλγαρίαν μία κομμουνίζουσα ὀργάνωσις μὲ ἐπίσημον σκοπὸν ὄχι πλέον τὴν προσάρτησιν τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλὰ τὴν ἵδρυσιν «ἀνεξαρτήτου καὶ ἑνιαίας μακεδονικῆς δημοκρατίας», ὡς τμήματος μιᾶς μεγαλυτέρας Ὁμοσπονδίας (Φεντεράτσιας) βαλκανικῶν κρατῶν, κατὰ τὸ πρότυπον τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως. Καὶ ὁ μέν βίος τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς ὑπῆρξε βραχύς. Τὸ σύνθημα ὅμως, διὰ λόγους ἐθνικῆς ἐνισχύσεως τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος τῆς Βουλγαρίας, τὸ ὁποῖον εἶχε συντριβῇ μετὰ τὸ πραξικόπημα τοῦ Σεπτεμβρίου του 1923, υἱοθετήθη τὸ 1924 (ὡς σύνθημα «ἑνιαίας καὶ ἀνεξάρτητης Μακεδονίας καὶ Θράκης»), ὑπὸ τοῦ Κ.Κ.Ε. κατὰ διαταγὴν τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς. Τὸ αὐτὸ σύνθημα ἠρνήθη νὰ τὸ υἱοθετήσῃ τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα τοῦ τότε «Βασιλείου τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων» (μολονότι διετάχθη ὑπὸ τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς) διότι ἐφρόνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαιτέρα «μακεδονικὴ» ἐθνότης καὶ διότι ἦτο ὀλιγώτερον δουλόφρον ἀπὸ τὸ Κ.Κ.Ε.
Μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, τὸν Πρῶτον Παγκόσμιον Πόλεμον, τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν, τὰς ἑλληνοβουλγαρικὰς συμφωνίας περὶ ἑκουσίας μεταναστεύσεως κλπ., ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν Ἑλλάδι σλαβοφώνων περιωρίσθη σημαντικώτατα. Οὕτω, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1928, ἐπὶ πληθυσμοῦ τῆς Β. Ἑλλάδος ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, οἱ σλαβόφωνοι μόλις ὑπερέβαινον τὰς 80.000. Οὗτοι οὐδέποτε εἶχον ἰιαιτέραν ἐθνικὴν συνήδεισιν, ἐταλαντεύθησαν δὲ πάντοτε μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Εἰς τὸν χῶρον τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας οὐδέποτε ἔζησαν ἄνθρωποι πιστεύοντες σοβαρῶς –καὶ μεταδίδοντες τὴν πίστιν των αὐτὴν ἀπὸ γενεὰς εἰς γενεάν -ὅτι δεν εἶναι οὔτε Ἕλληνες, οὔτε Βούλγαροι, οὔτε Σέρβοι, οὔτε Τοῦρκοι, οὔτε Ἀρβανίτες, ἀλλὰ «Μακεδόνες».
Ἡ φοβερὰ δοκιμασία τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ἀπετέλεσε νέαν ἀφορμήν ἐπαναλήψεως τῆς διαφοροποιήσεως τῶν σλαβοφώνων –δηλαδὴ τῆς ἐκδηλώσεως παρ’ αὐτῶν ἐθνικοῦ προσανατολισμοῦ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἤ τὴν Βουλγαρίαν. Οὕτω, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, σημαντικὸν μέρος τῶν σλαβοφώνων τῆς Ἑλλάδος συνειργάσθη στενῶς μὲ τὰς βουλγαρικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐγκατοσταθῇ εἰς τὴν Β. Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Ν. Σερβίαν, ἔδρασεν ἐγκληματικῶς εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ σερβικοῦ πληθυσμοῦ καί, ὅταν ἡ πλάστιγξ ἥρχισε νὰ κλίνῃ εἰς βάρος τοῦ Ἄξονος, ἀντήλλαξε τὸν βουλγαρικὸν σωβινισμὸν μὲ τὸν κομμουνιστικὸν «λαοκρατισμόν». Μὲ τὴν ἀπελευθέρωσιν πάντως τῆς χώρας, ὅσοι ἐκ τῶν σλαβοφώνων τῆς κατηγορίας αὐτῆς (οἱ ὁποῖοι δέν ἀντιπροσωπεύουν τὸ σύνολον, διότι πολλοὶ συμπεριεφέρθησαν ὡς Ἕλληνες, ἀπὸ πάσης ἀπόψεως) ᾐσθάνοντο ὅτι διέτρεχον κίνδυνον νὰ τιμωρηθοῦν διὰ τὰ ἐγκλήματά των, κατέφυγον διὰ λόγους ἀσφαλείας ἄλλοι εἰς Βουλγαρίαν καὶ ἄλλοι εἰς Γιουγκοσλαβίαν. Εἰς τὰς δύο αὐτὰς χώρας προσετέθη καὶ δεύτερον στρῶμα τοιούτων φυγάδων (μαζὶ μὲ ἑλληνοφώνους) μετὰ τὴν στρατιωτικὴν συντριβὴν τῆς κομμουνιστικῆς ἀνταρσίας τοῦ 1946-1949. Ἔτσι σήμερον ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ «καθαρώτερον» ἀπὸ πληθυσμιακῆς ἀπόψεως κράτος τῆς Εὐρώπης.
Ἐν τῷ μεταξύ, μὲ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ κομμουνισμοῦ ἀπὸ τοῦ 1945 ἐγεννήθησαν εἰς τὸ μωσαϊκὸν λαῶν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1929 ὀνομάζεται Γιουγκοσλαβία, τερατώδεις ἐπεκτατικαὶ ὀρέξεις. Τὸ καθεστὼς τοῦ Τίτο, ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου προέβαλεν ἐδαφικὰς διεκδικήσεις εἰς βάρος ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν γειτόνων του:Ἀλβανίας, Ἰταλίας, Αὐστρίας, Οὐγγαρίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, καὶ Ἑλλάδος. Ἡ περίπτωςίς του ἀποτελεῖ τὴν κυνικωτέραν καὶ ἐξοργιστηκωτέραν περίπτωσιν ἰμπεριαλιστικοῦ ἐπεκτατισμοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας μας.
Μία ἀπὸ τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ ἐπεκτατισμοῦ τούτου, ὑπῆρξεν ἡ ἀναβίωσις καὶ ὁ ἐμπλουτισμὸς τοῦ ἰσχνοῦ καὶ βραχυβίου κομμουνιστικοῦ μύθου τοῦ μεσοπολέμου περὶ ὑπάρξεως εἰς τὴν Βαλκανικὴν, ἐκτὸς τῶν ἱστορικῶς γνωστῶν ἐθνοτήτων καὶ μιᾶς ἄλλης, τῆς «μακεδονικῆς», ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι κοιτὶς τῆς ἐθνότητος αὐτῆς ἡ ὁποία ἔχει ἰδίαν ἐθνικὴν γλῶσσαν, τὴν «μακεδονικήν» εἶναι ἡ νότιος Σερβία, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν ὑπὸ τοῦ νέου καθεστῶτος ὀνομασθεῖσαν «Ὁμόσπονδον Λαϊκὴν Δημοκρατίαν τῆς Μακεδονίας» μὲ πρωτεύουσαν τὰ Σκόπια, καὶ ἡ διακήρυξις ὅτι τμήματά της ζοῦν «ἀλύτρωτα» εἰς τὴν ἑλληνικὴν Μακεδονίαν (τὴν ὁποίαν οἱ Γιουγκοσλάβοι ἀποκαλοῦν «Μακεδονίαν τοῦ Αἰγαίου» κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὴν ἰδικήν των «Μακεδονίαν τοῦ Ἀξιοῦ»),  καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν (τὴν λεγομένην «Μακεδονίαν τοῦ Πιρίν»). Διὰ τῆς χονδροειδοῦς ἀναβιώσεως καὶ τῆς «νομικῆς»διακοσμήσεως τοῦ μύθου τούτου, ἡ Γιουγκοσλαβία ἀνέλαβεν αὐτόκλητος ὑπὸ τὴν προστασίαν της ὅλους τοὺς σλαβοφώνους (δοσιλόγους, κομμουνιστάς, ἑλληνόφρονας), ποὺ προπολεμικῶς ἀπετέλουν τὴν πελατείαν καὶ τὸ ὄραμα τῆς Βπυλγαρίας ἥτις, ὡς σύμμαχος τοῦ Ἄξονος καὶ ἡττημένη, εἶχε χάσῃ τὸ γόητρόν της.
Ἡ πρώτη ἐπίσημος ἐξαπόλυσις τοῦ μύθου αὐτοῦ εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ἔγινε μὲ ἕν ἄρθρον τῆς «Μπόρμπα» (ἐπισήμου ὀργάνου τοῦ Κ.Κ.Γ.) ὑπὸ τὸν τίτλον: «ἡ Μακεδονία τοῦ Αἰγαίου», τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὴν 21ην Ἰουνίου τοῦ 1945, καθ’ ὅν ἀκριβῶς χρόνον εἰς τὸ Μποῦλκες τῆς Γιουγκοσλαβίας προετοιμάζετοκαὶ ὠργανοῦτο ὁ ἐναντίον τῆς χώρας μας συμμοριτοπόλεμος τοῦ Κ.Κ.Ε., τὸ ὁποῖον εἶχεν υἱοθετήσει ἐκθύμως τὸ σχέδιον προσαρτήσεως τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας εἰς τὴν γιουγκοσλαβικήν. Εἰς τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶχεν προσχωρήσει καὶ ἡ Βουλγαρία ( κατὰ τὴν μυστικὴν συμφωνίαν Τίτο –Δημητρώφ εἰς τὸ Μπλέντ, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1947), ἡ ὁποία θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν τὸ ἰδικόν της τμῆμα τῆς Μακεδονίας καὶ θὰ ἐλάμβανεν εἰς ἀντάλλαγμα τὴν περιοχὴν τοῦ Πιρότ, ἐπιπλέον δέ, θὰ εἶχε τὴν ὑποστήριξίν της διὰ τὴν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος διεκδίκησιν τῆς Δυτικῆς Θράκης.
Ἐπηκολούθησεν ὅμως, ἡ διένεξις τοῦ Τίτο μὲ τὴν Κόμινφορμ (Ἰούνιος 1948), ἡ ὁποία ἀνέτρεψεν ὅλα αὐτὰ τὰ σχέδια. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατερράκωσε τὸν μῦθον τῆς ξεχωριστῆς  «μακεδονικῆς» ἐθνότητος. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχον δημιουργήσει -ἡ Σοβιετικὴ ἕνωσις καὶ ἡ Βουλγαρία – τὸν ἐστργγάλισαν. Ἤδη τὸ 1950, ζῶντος τοῦ Στάλιν, ἐξεδόθη εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἀπεριφράστως ὑποστηρίζει ὅτι οὔτε «μακεδονικὴ» γλῶσσα, οὔτε «μακεδονικὸν» ἔθνος ὑπάρχει καὶ ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ τμῆμα τῆς Βαλκανικῆς, ποὺ ὀνομάζεται Μακεδονία, εἶναι Ἕλληνες, Σέρβοι καὶ Βούλγαροι. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἤρχισαν καὶ οἱ Βούλγαροι νὰ ὁμολογοῦν ἀπεριφράστως ὅτι ὅλα τὰ «μακεδονικά»ἀποτελοῦν ἐθνολογικὴν καὶ γλωσσολογικὴν ἀπάτην. Καὶ ἔκτοτεμέχρι σήμερον δέν παρέλειψαν καμμίαν εὐκαιρίαν ἐπαναλήψεως τῆς ὁμολογίας των.
Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1966, προκειμένου νὰ ὑπογραφῇ εἰς Σόφιαν μεταξὺ τῆς Ἑνώσεως Βουλγάρων Συγγραφέων καὶ τῆς Ἑνώσεως Συγγραφέων τῆς «ὁμοσπόνδου λαϊκῆς δημοκρατίας τῆς Μακεδονίας» συμφωνία μορφωτικῆς συνεργασίας, ὁ πρόεδρος τῶν Βουλγάρων συγγραφέων ἐδήλωσεν ὅτι «τὰ συγγράματα τῶν μελῶν τῆς ὑπ’ αὐτὸν Ἑνώσεως δέν χρειάζονται μετάφρασιν εἰς τὴν «μακεδονικήν», διότι οἱ πολῖται τῆς δημοκρατίας αὐτῆς γνωρίζουν πολὺ καλῶς τὴν βουλγαρικήν, τὰ δὲ ἔργα τῶν συγγραφέων τῆς «ὁμοσπόνδου Μακεδονίας» δὲν χρειάζονται ἐπίσης μετάφρασιν, διότι ἡ βουλγαρικὴ καὶ ἡ «μακεδονική» εἶναι ἡ μία καὶ ἡ αὐτὴ γλῶσσα. Ὅταν ἐτερματίσθησαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ οἱ «Μακεδόνες» ὑπέβαλον πρὸς ὑπογραφὴν δύο κείμενα κοινοῦ ἀνακοινωθέντος, ἕν εἰς τὴν βουλγαρικὴν καὶ ἕν εἰς τὴν «μακεδονικήν», οἱ Βούλγαροι ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψουν τὸ δεύτερον καὶ ἠξίωσαν ὅπως ἡ ἄλλη γλῶσσα εἶναι ἡ σερβοκροατική, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ματαιωθῇ ἡ ἔκδοσις κοινοῦ ἀνακοινωθέντος. Ἀνάλογος διάστασις γνωμῶν ἐπὶ τοῦ «μακεδονικοῦ» ἐσημιώθη καὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1969 κατὰ τὴν ἑξαήμερον ἐν Βελιγραδίῳ παραμονὴν τοῦ Βουλγάρου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἰβάν Μπάσεφ.
Διὰ τὴν Ἑλλάδα «μακεδονικὸν ζήτημα» δὲν ὑπάρχει. Ἡ Γιουγκοσλαβία ὅμως, παρὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1950 ἀποκατάστασιν τῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος σχέσεων, ἀνακινεῖ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὸν προσφιλῆ της μῦθον, προσπαθοῦσα νὰ διατηρήσῃ τοῦτον ἐν ζωῇ, εἴτε διὰ δηλώσεων ἐπισήμων ἐκπροσώπων της, εἴτε δι’ ἀρθρογραφίας τοῦ  διευθυνομένου τύπου τῶν Σκοπίων, εἴτε διὰ διαφόρων «διπλωματικῶν», χονδροειδοῦς ὑφῆς, μεθόδων. Ἡ στάσις της αὕτη ἐπιβάλλει εἰς τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος συνεχῆ ἐπαγρύπνησιν. (κείμενο τοῦ 1970)
Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες