Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

ΚΟΡΑΗΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ ἀλληλογραφία



Ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος πρὸς Κοραῆν, Ἄστρος 20.4.1823
Σεβάσμιε Πατριῶτα. Τὸν πλειότερον καιρὸν τῆς ζωῆς σου ἐπέρασες ἐξωρισμένος θεληματικῶς ἀπὸ τὴν Πατρίδα, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃς νὰ βλέπῃς δουλωμένην εἰς τὸν πλέον βάρβαρον τῶν Τούρκων ζυγόν. Ἀνεχώρησας εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη, ὄχι νὰ τρυφᾷς ἀλλὰ νὰ κανονίζῃς τὰ πάθη σου καὶ νὰ συλλέξῃς ὡς μέλισσα τὰς οὐσιωδεστέρας διδασκαλίας πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δυστυχοῦς Ἑλλάδος. Οἱ κόποι σου δέν ἐστάθησαν ἀνωφελεῖς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αφοῦ σὺ ἄρχισες εἰς τὴν γλῶσσαν ἡμῶν νὰ γράφῃς τὰ καλά, ὅσα ἡ παιδεὶα προξενεῖ εἰς τὸν κόσμον, ἐκαταχέρισαν οἱ ὁμογενεῖς νὰ ὑψώνουν τὸν νοῦν των εἰς μαθήματα ὑψηλότερα καὶ νὰ γνωρίζουν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Εἰς ὀλιγολογίαν, πρὸ χρόνων τὰ φιλελεύθερα τῶν Ἑλλήνων φρονήματα ἄρχισαν νὰ ἐξυπνῶσιν. Ἀλλὰ τὰ πανταχοῦ διαδοθέντα προλεγόμενα καὶ σημειώσεις τῶν ἐκδόσεών σου, ἐνέσπειραν εἰς τῶν Ἑλλήνων τὰς ψυχὰς σπέρματα μεγαλοφροσύνης καὶ Προγονικῆς Ἀρετῆς.
Οἱ πεπαιδευμένοι τοῦ ἔθνους, ἅπαντες σχεδόν, μᾶς ἐπικυρώνουν τὰς εἰρημένας ἀληθείας· ἀλλὰ τὸ μέγα τοῦτο τῆς Ἑλλάδος κίνημα εἶναι ἀπόδειξις ἀναντίρρητος, ὅτι καὶ οἱ τόσων χρόνων φιλοσοφικοί σου ἀγῶνες ἐσύντρεξαν καὶ αὐτοί, τὸ ἐπιβάλλον αὐτῶν μέρος, καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ λαοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀγωνίζονται ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτονομίας των· πράγματα καὶ τὰ δύο ὡς τὸ ἐξεύρεις, τὰ πλέον οὐσιώδη, ἀλλὰ καὶ τὰ πλέον δύσκολα, ὡς πρὸς ἡμᾶς· ἐπειδὴ ἡ βαρβαρότης καὶ ἡ τουρκικὴ κακοήθεια εἶναι εἰσέτι πολλὴ εἰς ἡμᾶς ἐξ αἰτὶας τῆς πολυχρονίου συναναστροφῆς μας μὲ τοὺς τυράννους. Τῆς παιδείας αἱ ρίζαι εἶναι ἀκόμη καὶ ὀλίγαι καὶ ἀδύνατοι. Κι’ ἡ ἐπανάστασις πρὶν λάβῃ τέλος ἐγέννησε τὴν φιλαρχίαν καὶ φιλοπλουτίαν.
Τὸ φίλαρχον καὶ φιλόπλουτον τοῦτο θέλον νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἔθνος εἰς σύλλογον, ἦλθεν εἰς Ἐπίδαυρον καὶ Ἄστρος. Καὶ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν, πάντοτε ὑπερτέρησεν ἡ ἰδιοτέλεια καὶ αἱ φατρίαι. Ὅλα ταῦτα, πατριῶτα, ἦτον ἐνδεχόμενον ν’ἀκολουθήσουν· ἀλλὰ εἰς τὰ μέλλοντα βλέποντες πολλοὶ τῶν ὁμογενῶν, εἶπον δημοσίως, ὅτι νέοι ὄντες εἰς τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν ἐν πρώτοις εἰς τοὺς ὁμογενεῖς μας, τοὺς ὁπωσοῦν πρακτικοὺς καὶ εἰδήμονας τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, μὲ τοὺς ὁποίους συμβουλευόμενοι καὶ διὰ γραμμάτων καὶ διὰ στόματος, ἐμποροῦμεν νὰ τρέξωμεν ὀλιγώτερον ἐσφαλμένως τὸ μέγα καὶ ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς τοῦτο στάδιον· αἱ συμβουλαὶ ὅμως αἱ τωριναὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ διαφέρουν πολὺ ἀπὸ τὰς γραφθείσας πρότερον εἰς τὰ βιβλία, ἐπειδὴ ἐκεῖναι ἄν κι εὐθὺς δέν ἐννοοῦντο, μήτε εἰς πρᾶξιν ἐβάλλοντο, ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου ἦτον μέγας διδάσκαλος. Τώρα δὲ βιασμένοι ἀπὸ τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐξολοθρευθῶμεν ἤ νὰ ὑπάρξωμεν ὡς ἔθνος, καὶ ἔθνος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον, πρέπει καὶ αἱ συμβουλαὶ νὰ εἶναι προσαρμοσμέναι εἰς τὰς περιστάσεις, καὶ οἱ σύμβουλοι μὲ ἀρκετὴν πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ἀρετήν, διὰ νὰ τελεσφορήσουν αἱ συμβουλαί των. Ἀλλ’ἐπειδὴ ἄλλο τὸ ἰδεῖν καὶ ἄλλο τ’ ἀκοῦσαι, καὶ ὀρθοτέρα ἡ ὄρασις τῆς ἀκοῆς, εἶναι οὐσιωδέστατον οἱ σύμβουλοι νὰ βλέπουν ὀφθαλμοφανῶς τὰ πράγματα καὶ οὕτω δύνανται ἀπταίστως καὶ ὀρθὰ νὰ ὁδηγῶσιν εἰς τὰ καλὰ τὸ ἔθνος.
Ὅθεν καὶ τὰς συμβουλάς σου ἐπιθυμῶ ὁμοῦ μὲ πολλοὺς ἄλλους καὶ τὴν παρουσίαν σου εἰς τὴν Ἑλλάδα βλέπω ἀναγκαιοτάτην. Ἀφοῦ ἀγωνίσθης τόσους χρόνους νὰ διδάσκῃς μακρόθεν τοὺς δυστυχεῖς σου ὁμογενεῖς, δέν εἶναι πλέον δίκαιον τὴν σήμερον νὰ ἔλθῃς καὶ σὺ νὰ συντρέξῃς εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν τῆς Ἑλλάδος προσωπικῶς; Ἄν συγγράψῃς εἰς τοὺς ὀλίγους σου χρόνους τὰ ὑψηλότερα συγγράμματα καὶ ἡ Ἑλλὰς πέσῃ,  τίς ὠφέλεια! Ἄν ὅλοι οἱ μετὰ ταῦτα αἰῶνες στεφανώσουν τοὺς κόπους σου μὲ τοὺς πλέον λαμπρότερους ἐπαίνους καὶ ἡ Ἐλλὰς μείνῃ πάλιν δούλη, ποία πλέον δόξα! Ἄν εἰς ὀλίγα λόγια ἀπαθανατισθῇς συγγράφων,καὶ ἡ πατρίς σου παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀγρίου τυράννου ἤ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, τί ἐκέρδισες;
Ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀνάγκην σου καὶ τὴν ἀνάγκην ὅλων τῶν πεπαιδευμένων ὁμογενῶν· λοιπὸν συμπαραλαβὼν ὅσους δυνηθῇς μαζί σου, ἐλθὲ νὰ συναγωνισθῇς μὲ τοὺς ἀδελφούς σου τὸν δικαιώτατον καὶ νομιμώτατον παρ’ ὅλους ποτὲ ἀγώνας τοῦ κόσμου. Ὁ ἀγών μας εἶναι ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων. Πολλοὶ τῶν φιλανθρώπων τῆς φωτισμένης Εὐρώπης ἔτρεξαν καὶ ὁλοένα ἔρχονται καὶ συναγωνίζονται μαζί μας. Ἐλπίζομεν μαζί σου νὰ ἔλθουν καὶ ὅσοι ἀλλογενεῖς, σεβόμενοι τῶν ἔθνῶν τὴ μεγαλειότητα, εἶναι πληροφορημένοι, ὅτι μὲ τὴν σοφίαν τους δύνανται νὰ συντρέξουν εἰς τὴν βελτίωσιν ἑνὸς ἔθνους, τυραννουμένου τόσους αἰῶνας, ἔχοντες ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν ὅλας τὰ σωκρατικὰς σκληραγωγίας καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους, ἐγγὺς νὰ γίνῃ θῦμα τῶν παθῶν.
ὁ υἱός σας, Ὀδυσσεῦς Ἀντρήτζος.
[Ἔμεινε μέχρι τῆς σήμερον ἡ παροῦσα ἐπιστολὴ δι’ ὅσας αἰτίας μανθάνετε ἀπὸ τὸν χιλίαρχον Στανόπ.  24.2.1824]



Πρὸς Ὀδ. Ἀνδροῦτσον Ἄστρος, 17.6.1824
Ἡ ἐπιστολή σου, τὴν ὁποίαν ἔλαβα τὴν 17 Ἰουνίου τοῦ παρόντος ἔτους, ἐκατάβρεξε τοὺς γηραλέους ὀφθαλμούς μου μὲ δάκρυα λύπης καὶ χαρᾶς. Χαρᾶς ὅτι βλέπω τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος ἀγωνιζόμενα προθύμως ν’ ἀναστήσωσι τὴν νεκρωμένην ἀπὸ τὸν τύραννον μητέρα των. Λύπης, ὅτι ὅλα τὰ τέκνα δέν ὁμοιάζουσι τὸν Ὀδυσσέα, ἀλλ’ εὑρίσκονται τινὲς μεταξύ σας, μὴ δυνάμενοι νὰ καταλάβωσιν ὅτι αἱ διχόνοιαι, ἄν δε φέρωσι πάλιν ὀπίσω τοὺς Τούρκους, δέν θέλουν ὅμως φέρειν ποτὲ τὴν αὐτόνομον ἐλευθερίαν ἐκείνην, ἥτις χρεωστεῖται εἰς τὰ ἐκχυθέντα τίμιά σας αἵματα, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ ὅλη ἡ Ἑλλάς. Τὸ μέγα τοῦτο κακὸν ἐγνώρισες καὶ σὺ, φίλε, ὅτι πηγάζει ἀπὸ τὰ φαρμακερὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι κοινῶς ἐδιδάχθημεν εἰς σχολεῖον ἄνομον, ἀπὸ διδασκάλους ἀνόμους, τοὺς Τούρκους. Ἄν δεν μᾶς ἔφθειρεν ὅλους ἰσομέτρως, ὅλους ὅμως σχεδὸν μᾶς ἐμπόδισαν νὰ μάθωμεν τὸ μόνον σωστικὸν τῆς ἐλευθερίας μάθημα, τὴν δικαιοσύνην.
Ποία λοιπὸν ἰατρεία τοσούτου κακοῦ; Ν’ ἀποθάνῃ μέγα μέρος τῆς  παρούσης γενεᾶς, ὅσοι δέν ἐμποροῦμεν πλέον νὰ ἀπομάθωμεν τὰ κακὰ μαθήματα, διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν κἄν τὴν ταλαίπωρον Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ ὀλέθριόν μας βάρος· ἀλλ’  οὐδὲ τοῦτο ἀρκεῖ. Ἄν ἀφήσωμεν τοὺς ἐξοπίσω μας νέους χωρὶς παιδείαν, μέλλουν κι αὐτοὶ νὰ λάβωσιν ἡμᾶς τοὺς ἀνοήτους πατέρας των παράδειγμα τῆς διαγωγῆς των. Εἶναι λοιπὸν χρεία, ὡς καὶ σύ, φίλε, τὸ λέγεις, νὰ παιδευθῇ τὸ γένος τὰ μαθήματα τῆς ἐλευθερίας, τὰ ὁποῖα δέν εἶναι ἄλλα παρὰ τὰ μαθήματα τῆς δικαιοσύνης.
Διὰ τοῦτο ἐπιθυμεῖς διδασκάλους τοιούτων μαθημάτων τοὺς διεσπαρμένους εἰς τὴν φωτισμένην Εὐρώπην ὁμογενεῖς λογίους, καὶ τοὺς προσκαλεῖς νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοὶ τὸ εἰς τὴν πατρίδα ἀπαραίτητον αὐτῶν χρέος, καθὼς ἐσεῖς καθημέραν τὸ πληρώνετε μὲ τοὺς ἱεροὺς ἀγῶνας σας. Οὐδ’ αὐτοὶ τὸ ἠμέλησαν, τινὲς ἐξ αὐτῶν βρίσκονται ἤδη μεταξύ σας· ἄλλοι δὲ ἐκίνησαν, διὰ νὰ ἑνωθῶσιν ἐντὸς ὀλίγου μὲ τοὺς ἀδελφούς των. Ὅσοι ἔμειναν ἀκόμη, ἠμποδίσθησαν ἀπὸ διαφόρους εὐλόγους αἰτίας, καὶ ἐξαιρέτως ἀπὸ τὴν ἁδηλότητα τῆς αὐτοῦ μελλούσης αὐτῶν καταστάσεως· ἁδηλότητα τὴν ὁποίαν ηὔξησαν μάλιστα τῶν Ἑλλήνων αἱ διχόνοιαι. Τώρα ἀκούοντες, ὅτι ἐπιθυμεῖτε καὶ τὴν ὁμόνοιαν, καὶ τὴν παρουσίαν αὐτῶν ὡς διδασκάλων ὁμονοίας, δέν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς προθυμίας νὰ δείξωσι καὶ αὐτοί, ὅτι εἶναι τέκνα τῆς Ἑλλάδος. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δέν ζητοῦν ἄλλο ἀπὸ σᾶς, πλὴν ὅ,τι ἤθελε ζητήσειν καὶ ὁ ὀλιγαρκέστατος Σωκράτης, τὴν ἀναγκαίαν αὐτῶν τροφήν, καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μέλλετε νὰ τῶν εὐκολύνετε τὰ μέσα νὰ διασπείρωσι τὴν παιδείαν, διὰ νὰ μην κατασταθῇ ἡ διδαχή των «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ».
Τοιαύτη βεβαίωσις ἤθελ’ ἐνεργήσειν πολύ, ἄν ἐκηρύττετο ἀπ’ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Δέν ἠμέλησα νὰ γράψω καὶ περὶ τούτου καὶ περὶ ἄλλων τινῶν ἀναγκαίων τὴν 27 Αὐγούστου τοῦ παρελθόντος ἔτους, πρὸς τὸν σεβάσμιον Πρόεδρον τοῦ Συνεδρίου τῶν Ἀντιπροσώπων μακρὰν ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας τὴν ἀπόκρισιν δέν ἔλαβα ἀκόμη. Ὅπως ἄν εἶναι, χαίρω, ὅτι γνωρίζετε ὅλοι κοινῶς τὴν ἀνάγκην τῆς παιδείας καὶ τὴν ἐπιθυμεῖτε, ὡς φύλακα τῆς ἐλευθερίας.
Ναί! φίλε Ὀδυσσεῦ, τὰ κατορθώματα καὶ σοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίων σου, κατέστησαν τὴν νέαν Ἑλλάδα ὄχι ὀλιγώτερον θαυμαστὴν  τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος· σᾶς ἔμεινε τώρα νὰ τὴν καταστήσετε καὶ σεβαστήν, στολίζοντές την μὲ τὴν παιδείαν, ἥτις ἔχει νὰ φέρῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀκόλουθον τῆς δικαιοσύνης ὁμόνοιαν, καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τὰ ἄλλα ἔθνη, νὰ σᾶς ἀφήσωσι ἀνενοχλήτους καὶ κυρίους νὰ ὀργανίσετε τὴν πολιτείαν σας, ὡς εἶναι δίκαιον, ἐσεῖς μόνοι, ἐπειδὴ καὶ σεῖς μόνοι ἐχύσατε αἵματα δι’ αὐτήν.     
Χωρὶς τὴν ἱερὰν ταύτην ὁμόνοιαν, πίστευσε τὸν γηραιὸν πατέρα σου, υἱὲ ἀγαπητὲ ( ἐπειδὴ μ’ἔκαμες τὴν τιμὴν νὰ ὀνομασθῇς υἱός μου), ὅτι καὶ ἄν παρὰ τὰ ἕως τώρα ἡρωϊκά μας ἀνδραγαθήματα δείξετε ἀκόμη ἡρωϊκώτερα εἰς τὸ ἐξῆς ἄλλα, ἐὰν καὶ ἕως εἰς αὐτὴν τοῦ τυράννου τὴν καθέδραν προχωρήσωσι τὰ ἀνίκητά σας ὅπλα, μήν ἐλπίζετε τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖτε, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεσθε ἀνεξαρτησίαν. Ὦ Θεέ! τρέμει καὶ τὸ σῶμα μου καὶ ἡ ψυχή,συλλογιζομένου τὰ ἐκ τῆς διχονοίας ἐνδεχόμενα παθήματα. Μετὰ τόσας θυσίας, μετὰ τόσους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ Λεωνίδας καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς ἤθελαν θαυμάσειν, ἄν ἐπέστρεφαν εἰς τὸν κόσμον, ν’ ἀναγκάσετε μὲ τὴν διχόνοιάν σας τοὺς ξένους νὰ ὀργανίσωσι τὴν πολιτείαν σας! Ἐσεῖς νὰ φυτεύσετε καὶ μὲ τὰ αἵματά σας νὰ ποτίσετε τῆς ἐλευθερίας τὸ δένδρον, καὶ νὰ ἔρθωσιν ἔξωθεν ἄλλοι νὰ σᾶς διδάξωσι πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ γεύεσθε τοὺς καρπούς του!!!  Στρατιῶται, Στρατηγοί, Νομοθέται, Κυβερνῆται, πάσης τάξεως πολῖται, ὑποφέρετε νὰ πάθῃ τόσην ἀναισχυντίαν ἡ κοινή σας μήτηρ, ἡ Ἑλλάς; Καὶ ποίαν χάριν ἔχει  νὰ σᾶς χρεωστῇ, ὅτι τὴν ἐλευθερώσατε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐὰν δέν καταστήσετε καὶ τὴν ἐλευθερίαν της αὐτονόμως ἀνεξάρτητον μὲ τὸν ἱερὸν δεσμὸν τῆς ὁμονοίας; «Ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος, ὡς πόλις ὀχυρὰ καὶ ὑψηλή, ἰσχύει δέ, ὥσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον»· εἶναι λόγια τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος, βεβαιωμένα ἀπὸ τὴν καθημερινὴν πεῖραν.
Ὅσα λέγω, φίλε Ὀδυσσεῦ, περὶ ὁμονοίας, δέν ἀποβλέπουν κατευθεῖαν ἐσέ· ἔδειξες μὲ τὴν ἕως τώρα διαγωγήν σου, ὅτι δέν ἔχεις χρείαν ἀπὸ τοιαύτας παραγγελίας. Ἐνδἐχεται ὅμως νὰ εὑρίσκωνται μεταξύ σας τινὲς, ὄχι κακοὶ στρατηγοί, ὄχι κακοὶ πολῖται, ἀλλ’ ἄνθρωποι ἀπατημένοι ἀπὸ ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος ἀνθρωπίσκων φαρμακερὰς συμβουλάς· ἄνθρωποι νομίζοντες, ὅτι ὅστις κρατεῖ ὅπλα, εἶναι καὶ ἐλεύθερος, εἶναι καὶ δυνατός, εἶναι καὶ ἀσφαλής, διὰ τοῦτο μόνον, ὅτι κρατεῖ ὅπλα. Πλάνην μεγάλην πλανῶνται οἱ ταλαίπωροι. Μόνη ἡ δικαιοσύνη φέρει τὴν ἐλευθερίαν, τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν· ὅπλα χωρὶς δικαιοσύνην, γίνονται ὅπλα ληστῶν, ζώντων εἰς καθημερινὸν κίνδυνον νὰ στερηθῶσι τὴν δύναμιν ἀπὸ ἄλλους ληστάς, ἤ καὶ νὰ κολασθῶσιν ὡς λησταὶ ἀπὸ νόμιμον ἐξουσίαν.
Ἡ ἀνδρεία χωρὶς τὴν δικαιοσύνην εἶναι εὐτελὲς προτέρημα· ἡ δικαιοσύνη, ἄν ἐφυλάσσετο ἀπὸ ὅλους, οὐδὲ χρείαν ὅλως εἶχε τῆς ἀνδρείας, ὡς ἔλεγεν ὁ ἔνδοξος καὶ μέγας στρατηγὸς Ἀγησίλαος: «Οὐδὲν ἀνδρείας χρήζομεν, ἐὰν πάντες ὦμεν δίκαιοι». Καὶ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἡ παντοδυναμία ἤθελ’ εἶσθαι χωρὶς ὄφελος διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἄν δέν ἦτον ἑνωμένη μὲ τὴν ἄπειρον δικαιοσύνην  του.
Λανθάνεσαι. φίλε Ὀδυσσεῦ, ὅταν κρίνῃς ἀναγκαίαν καὶ τὴν αὐτοῦ παρουσίαν μου. Τί ζητεῖς καὶ τί ἐλπίζεις ἀπ’ ἐμέ; Ἐὰν ζητῇς συμβουλάς, παρ’ ὅσας ἔγραψα πολλάκις πρὸς ἄλλους, καὶ γράφω πρὸς σὲ σήμερον, συμβουλὰς ὄχι τῆς κεφαλῆς μου, ἀλλὰ τῶν σοφῶν προγόνων μας, ἄλλας δέν ἔχω νὰ δώσω· αὐτὰς καὶ οἱ αὐτοῦ διατρίβοντες λόγιοι ὁμογενεῖς εἶναι ἱκανώτεροί μου νὰ σᾶς τὰς ἐνθυμίζωσιν. Ἐὰν ζητῇς πράξεις, ζητεῖς νὰ αὐξήσῃς τὴν λύπην μου. Ἄν εἶχα στρατιωτικὴν ἡλικίαν, χωρὶς ἀναβολὴν ἤθελα τρέξειν νὰ γραφθῶ στρατιώτης τῆς πατρίδος, στρατηγούμενος ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα. Ἀλλὰ μάθε στρατηγέ μου, ἄν ἀκόμη δέν τὸ ἔμαθες, ὅτι ἀπὸ τὴν 27η τοῦ περασμένου Ἀπριλίου ἤρχισα νὰ τρέχω μὲ ποδαγρικοὺς πόδας τὸ 77ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου· ἀπὸ τοιούτους στρατιῶτας δέν ἔχεις χρείαν.
Τὰ πρὸς τὴν πατρίδα χρέη μου εἶναι τόσον βαρύτερα, ὅσον ἡ πατρὶς μ’ ἐπλήρωσε πολὺ πλειότερον ἀπ’ ὅτι ἤξιζαν οἱ μικροί μου κόποι, μὲ τὴν εὔνοιάν της, τὴν ὁποίαν δέν ἀλλάσσω μὲ τοὺς θησαυροὺς ὅλης τῆς γῆς· ἀλλὰ δέν ἔχω πλέον ὁ ταλαίπωρος ἄλλο τι νὰ προσφέρω εἰς αὐτὴν παρὰ εὐχὰς ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας της, καὶ δεήσεις εἰς ὅλα της τὰ τέκνα, τοὺς ἀδελφούς μου, νὰ σέβωνται τὴν πατρίδα πλέον παρὰ τοὺς ἰδίους των γονεῖς. Ἡ δέησίς μου εἶναι αὐτοῦ τοῦ φιλοπάτριδος Σωκράτους παραγγελία, τοῦ ὁποίου τοὺς λόγους γράφω μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς ὁλοκλήρους, διὰ νὰ τοὺς κοινωνήσῃς καὶ εἰς στρατηγούς, καὶ εἰς στρατιώτας, καὶ πάσης ἄλλης τάξεως πολίτας, καὶ νὰ τοὺς μεταχειρίζεσθε ὡς ὁμονοίας σάλπιγγα, ὅχι μόνον πολεμοῦντες Τούρκους, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις ἔρχεσθε εἰς ἀνάγκην νὰ πολεμῆτε τὰ τυραννικώτερα, παρὰ τοὺς Τούρκους, ἀνθρώπινα πάθη.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες