Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ




(«Φαίδων»· ἀπὸ τὸν διάλογο τοῦ Σωκράτους μὲ τοὺς ὀρφικοπυθαγόρειους φιλόσοφους Κέβη καὶ Σιμμία)

Α. ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ (70e-77d). Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἔχει δύο μέρη: α(70c-72e) καὶ β(72e-77d). Τὰ δύο μέρη γιὰ νὰ ἀποτελέσουν κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ἀπόδειξη, πρέπει νὰ ἐξεταστοῦν σὲ συνδυασμό. Ἐπιπλέον, δὲν χρησιμεύουν τελικὰ γιὰ νὰ δείξουν τὴν «ἀθανασία», ἀλλὰ μόνο ὅτι ἡ ψυχή, μετὰ τὸ θάνατο, συνεχίζει νὰ ἀποτελεῖ «κάτι» καὶ δὲν ἐκμηδενίζεται. Αὐτὸ βέβαια εἶναι μόνο ἕνα πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ δειχτεῖ αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ ζητεῖται, ὅτι δηλαδὴ ἡ νόηση συνεχίζεται πέρα ἀπὸ τὸν τάφο.

α) Πρῶτος λόγος τῆς πεποίθησης ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ἐκμηδενίζεται μὲ τὸν θάνατο. Ὑπάρχει μιὰ ἀρχαία διδασκαλία (ὀρφικὴ στὴν πραγματικότητα) τῆς ἀναγέννησης: ἡ ψυχὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο αὐτό, ὅταν γεννιέται κάποιος, ἐπιστρέφει ἀπὸ ἕναν «ἄλλο κόσμο», ὅπου οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πεθαίνοντας. Αὐτό, ἄν ἀληθεύει, δίνει τὸ ζητούμενο. Ἀπὸ γενικότερη σκοπιά, ὁ κόσμος ἀποτελεῖται ἀπὸ «ἀντίθετα»(ἐναντία) - ὅπως θερμὸ -ψυχρό, μεγάλο –μικρό, καλὸ -κακό. Ὅταν λοιπὸν κάτι «γίνεται μεγαλύτερο», πρέπει προηγουμένως νὰ ἦταν «μικρότερο»·  ὅταν γίνεται θερμότερο, πρέπει νὰ ἦταν ψυχρότερο· ὅταν γίνεται «καλύτερο», πρέπει νὰ ἦταν «χειρότερο», κ.ο.κ. Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ποῦμε γενικὰ πὼς ὅ,τι συμβαίνει συμβαίνει «ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του» καὶ ὅτι σὲ κάθε ζεῦγος ἀντιθέτων ἀντιστοιχοῦν δύο ἀντιθετικὲς διεργασίες «γένεσης». Τὸ θερμὸ καὶ τὸ ψυχρὸ εἶναι ἀντίθετα· ἀντίστοιχα, ὑπάρχουν οἱ δύο ἀντίρροπες διεργασίες τῆς «θέρμανσης»καὶ τῆς «ψύξης». Ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν ἐπίσης γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο. Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ζωντανὸς καὶ τὸ νὰ εἶναι νεκρὸς ἀποτελοῦν ἀντίθετα, ἀκριβῶς ὅπως ἡ ἐγρήγορση καὶ ὁ ὕπνος. Ἀλλὰ συμφωνήσαμε ὅτι ὅλα προέρχονται «ἀπὸ τὸ ἀντίθετό τους». Ἄρα οἱ ζωντανοὶ πρέπει νὰ προέρχονται ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ οἱ νεκροὶ ἀπὸ τοὺς ζωντανούς· ὅπως λοιπὸν καὶ στὰ ἄλλα, πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἐπίσης δύο ἀντίθετες διεργασίες, ἀντίστοιχες τῶν δύο ἀντίθετων καταστάσεων, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Τὴ μία ἀπὸ τὶς διεργασίες αὐτές, ὅπου ἕνα ζωντανὸ ὄν γίνεται νεκρό, τὴ βλέπουμε καὶ τῆς δίνουμε ἕνα ὄνομα:  λέμε ὅτι κάποιος πεθαίνει. Βάσει ὅμως τῆς ἀνωτέρω ἀρχῆς μας, πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπάρχει μιὰ ἀντίθετη διεργασία «ἐρχομοῦ στὴ ζωή», διεργασία ποὺ καταλήγει στὴ γέννηση ἑνὸς ἀνθρώπου. Μάλιστα, ἄν ἡ συνολικὴ διεργασία δὲν ἦταν κυκλική, ἡ ζωὴ τελικὰ θὰ ἐξαφανιζόταν καὶ τὸ σύμπαν θὰ ἔμενε νεκρό.


 Γενικὴ κατεύθυνση αὐτῆς τῆς ἐπιχειρηματολογίας, εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς «ἀρχαίας διδασκαλίας» τῆς «ἀναγέννησης»  ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς εἰδικὴ περίπτωση τοῦ καθολικοῦ φυσικοῦ νόμου τῆς κυκλικῆς «ἐπανάληψης». Τὰ παραδείγματα τῆς ἐναλλαγῆς ὕπνου καὶ  ἐγρήγορσης φαίνεται ὅτι δείχνουν πὼς ὁ Σωκράτης ἔχει κυρίως ὑπόψη του τὴ χρήση αὐτοῦ τοῦ «νόμου τῆς ἀποζημίωσης» ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο, ὡς θεμελιακῆς ἀρχῆς τῆς φιλοσοφίας του· γιὰ τὸν Ἡράκλειτο, ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωή, ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐγρήγορση βρίσκονται σὲ ρητὴ συστοιχία. Γενικά, πάντως, ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος ἀποτελεῖται ἀπὸ «ἀντίθετα» ποὺ προκύπτουν «τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο» συνιστοῦσε κοινὸ τόπο τῶν πρώτων ‘’ἀρχῶν τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης τῶν Ἑλλήνων καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συλλογιστικὴ πρέπει νὰ θύμιζε ἀμέσως στοὺς πυθαγόρειους ἀκροατὲς τοῦ Σωκράτη, εἰδικά, τὸν δικό τους πίνακα «ἀντιθέτων».
Συμπέρασμα: ἡ ψυχή, περνώντας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν στὸν ἄλλο, διατηρεῖ στὸ μεσοδιάστημα κάποιο εἴδος πραγματικῆς ὑπόστασης καὶ δὲν ἐκμηδενίζεται ὁλότελα.
β) Τὸ ἐπιχείρημα βάσει τῆς διδασκαλίας τῆς ἀνάμνησης (72e-77d). Ὁ Κέβης παρατηρεῖ ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φτάσουμε στὸ προηγούμενο συμπέρασμα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ διαδικασία τῆς ἐπανάληψης, ἐπιχειρηματολογώντας μὲ βάση τὴ συνηθισμένη θέση τοῦ Σωκράτη, ὅτι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «μάθηση» μιᾶς ἀλήθειας εἶναι στὴν πραγματικότητα «ἐνθύμιση»κάποιου λησμονημένου πράγματος. Ἄν αὐτὸ ἀληθεύει, τότε πρέπει κάποτε νὰ ξέραμε ὅλα ὅσα χρειάζεται νὰ μᾶς «ὑπενθυμίζονται» σὲ τούτη τὴ ζωή. Οἱ ψυχὲς μας πρέπει νὰ ὑπῆρχαν πρὶν «γίνουμε ἄνθρωποι» καί, συνεπῶς,  εὔλογα μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἴσως συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἀφοῦ χάσουμε αὐτὴ τὴν ἰδιότητα. (Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, ἄν εἶναι βάσιμο, μᾶς φέρνει πληρέστερα στὸ ἐπιδιωκόμενο συμπέρασμα,  ἀφοῦ δείχνει ὅτι ἡ ψυχή,  πρὶν ἑνωθεῖ μὲ τὸ σῶμα, ὄχι μόνο ἦταν «κάτι» ἀλλὰ διέθετε καὶ πλήρη νόηση.) Ὡς κύριο στήριγμα τῆς διδασκαλίας τῆς ἀνάμνησης ἀναφέρεται  τὸ γεγονὸς ποὺ προβάλλεται στὸν Μένωνα, ὅτι δηλαδὴ μποροῦμε νὰ ὁδηγήσουμε κάποιον στὴ λύση ἑνὸς προβλήματος –λ.χ. εἰδικὰ γεωμετρικοῦ -θέτοντάς του ἁπλῶς τὶς κατάλληλες ἐρωτήσεις. Ἡ λύση βγαίνει μέσα ἀπὸ τὸν ἀποκρινόμενο, δὲν τοῦ μεταδίδεται ἀπὸ τὸν ἐρωτῶντα. Ὁ ἀποκρινόμενος λοιπὸν εἶναι ὁλοφάνερα κάτοχος τῆς ἀλήθειας ποὺ ὁ ἐρωτῶν ἐπιχειρεῖ νὰ τοῦ ἐκμαιεύσει. Ὁ Σωκράτης ἐπισημαίνει ὅτι, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν ἐξαγωγὴ τοῦ συμπεράσματος, θὰ ἀρκοῦσε ἡ ἔννοια αὐτοῦ ποὺ ἐμεῖς σήμερα ὀνομάζουμε «συνειρμό». Βλέποντας ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἀνήκει σὲ στενό σου φίλο, δὲν βλέπεις ἁπλῶς τὸ ἀντικείμενο ἀλλὰ σκέφτεσαι καὶ τὸν κάτοχό του· αὐτὸ ἐννοοῦμε λέγοντας λ.χ.  ὅτι ἕνα πανωφόρι μᾶς «θυμίζει» τὸν ἰδιοτήτη του («περιστασιακὸς συνειρμός»). Ἄλλοτε πάλι, βλέποντας μιὰ προσωπογραφία, σκέφτεσαι ἤ «θυμᾶσαι» τὸ πρωτότυπο  («συνειρμὸς ὁμοιότητας»). Εἶναι λοιπὸν δυνατὸ νὰ «θυμηθοῦμε»κάτι  καὶ ἀπὸ πρᾶγμα ἀνόμοιό του («περίσταση»), ἤ ἀπὸ πρᾶγμα ὅμοιό του («ὁμοιότητα»). Στὴ δεύτερη περίπτωση, κρίνουμε καὶ ἄν ἡ ὁμοιότητα εἶναι πλήρης ἤ ὄχι (λ.χ. ἄν ἡ προσωπογραφία εἶναι καλὴ ἤ κακή).
Ἄς  ἐξετάσουμε τότε μιὰ περίπτωση ἀκριβῶς παράλληλη. Στὰ μαθηματικὰ μιλᾶμε διαρκῶς γιὰ «ἰσότητα» -ὄχι τὴν ἰσότητα μιᾶς πέτρας μὲ μιὰν ἄλλη, ἤ μιᾶς ξύλινης ράβδου μὲ μιὰν ἄλλη ξύλινη ράβδο, ἀλλὰ γιὰ τὴν «καθαυτὸ ἰσότητα» (αὐτὸ τὸ ἴσον), ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ξύλο οὔτε πέτρα –καὶ ξέρουμε ὅτι μιλώντας ἔτσι, ἐννοοῦμε κάτι. Τί ὅμως ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβαλε τὴ σκέψη τῆς «καθαυτὸ ἰσότητας» στὸ νοῦ μας; Ἡ θέα δύο ἴσων ἤ ἄνισων ράβδων, ἤ κάτι παρόμοιο. Παρατηροῦμε τότε δύο πράγματα: α) Ἡ «καθαυτὸ ἰσότητα»διαφέρει ἀπὸ τὴν ἰσότητα μιᾶς πέτρας ἤ μιᾶς ράβδου μὲ μιὰν ἄλλη· τὶς ράβδους ἤ τὶς πέτρες τὶς βλέπουμε, τὴ «μαθηματικὴ ἰσότητα» ὄχι. β) Οἱ λεγόμενες ἴσες ράβδοι ἤ πέτρες, ποὺ πράγματι βλέπουμε, δὲν εἶναι ἴσες ἀκριβῶς, ἀλλὰ μόνο περίπου ἴσες. ( Ἀκόμα καὶ μὲ ὄργανα ἀκριβείας, ἀδυνατοῦμε νὰ μετρήσουμε μιὰ ἀπόσταση χωρὶς νὰ προβλέψουμε ἕνα περιθώριο σφάλματος. ) Προφανῶς λοιπὸν ὁ μαθηματικὸς δὲν ἀντιλαμβάνεται τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα διαλογίζεται οὔτε μὲ τὸ μάτι, οὔτε μὲ τὸ χέρι· τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ τοῦ τὰ ὑποδηλώνουν οἱ ἀτελεῖς προσεγγίσεις ποὺ βλέπει καὶ ἀγγίζει· αὐτὴ τὴν ὑποδήλωση τοῦ Β ἀπὸ τὸ Α ἐννοοῦμε ἀκριβῶς λέγοντες ὅτι «τὸ Α μᾶς θυμίζει τὸ Β». Ἀλλὰ τὸ Α δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς θυμίζει τὸ Β, ἄν τὸ Β δὲν τὸ γνωρίζαμε ἀπὸ πρίν. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, οἱ αἰσθήσεις μᾶς «ὑπενθυμίζουν» μὲ τὸν ἀνωτέρω τρόπο διαρκῶς κάτι μὴ ἀντιληπτὸ ἄμεσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις ( δηλαδὴ τὰ δεδομένα τῶν αἰσθήσεων τὰ συνοδεύει πάντα ἡ ἐκτίμηση μὲ βάση κάποιο ἰδανικὸ πρότυπο). Ἄρα ἡ γνωριμία μας μὲ τὰ ἴδια τὰ πρότυπα πρέπει νὰ ἀνάγεται σὲ χρόνο προγενέστερο τῆς λειτουργίας τῶν αἰσθήσεών μας, προγενέστερο δηλαδὴ τῆς γέννησής μας.  Ὥς ἐδῶ οἱ συλλογισμοί μας ἀφοροῦν εἰδικὰ τὰ ἀντικείμενα μελέτης τοῦ μαθηματικοῦ· ἰσχύουν ὅμως ἐξίσου καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα «ἰδανικὰ πρότυπα», ὅπως τῆς ἠθικῆς, λ.χ.  τὸ καλὸ καὶ τὸ δίκαιο· μάλιστα ἰσχύουν γιὰ ὁτιδήποτε ὁ Σωκράτης καὶ οἱ φίλοι του ὀνόμαζαν «Εἶδος».  Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑπόθεση ὅτι γνωρίσαμε τὰ «Εἴδη»  πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησή μας, τὸ μόνο δυνατὸ ἐναλλακτικὸ ἐνδεχόμενο θὰ ἦταν νὰ ποῦμε ὅτι τὰ μάθαμε τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς τῆς γέννησης. Αὐτὸ ὅμως θὰ ἦταν παράλογο, ἀφοῡ συμφωνήσαμε ἀπόλυτα ὅτι, ὅταν ἐρχόμαστε στὸν κόσμο, δὲν φέρνουμε μαζί μας τὴν παραμικρὴ τέτοια γνώση, ἀλλὰ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀνακτοῦμε τὶς γνώσεις αὐτὲς μὲ ρυθμὸ ἀρκετὰ ἀργό,  ἀπὸ τὶς νύξεις καὶ τὶς ὑποδηλώσεις τῶν αἰσθήσεων. Συμπεραίνουμε λοιπὸν ὅτι, «ἄν ὑπάρχουν ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα μιλᾶμε πάντα», δηλαδὴ τὰ Εἴδη, καὶ ἄν αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ πρότυπο βἀσει τοῦ ὁποίου ἑρμηνεύουμε ὅλες τὶς ἐμπειρίες τῶν αἰσθήσεών μας, πρέπει νὰ ἀληθεύει ἐξίσου ὅτι καὶ οἱ ψυχές μας ὑπῆρχαν καὶ εἶχαν ἐνεργὴ νόηση πρὶν ἀπ’τὴ γέννησή μας. (76d-e). 


( Εἶναι σκόπιμες μερικὲς παρατηρήσεις γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς θεωρίας τῶν Ἰδεῶν στὴν ἐπιχειρηματολογία. Πρῶτο, ἡ διδασκαλία αὐτὴ δὲν προβλέπει «ἔμφυτες ἰδέες», μὲ τὴν αὐστηρὴ σημασία τοῦ ὅρου, οὔτε γνώση ἀποκτημένη ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία. Κύριο νόημα τῆς ὅλης συλλογιστικῆς εἶναι ὅτι ποτὲ δὲν θὰ «ἐνθυμούμασταν»τὰ Εἴδη, ἄν δὲν μᾶς τὰ ὑποδήλωναν οἱ αἰσθήσεις. Δεύτερον, τὸ σπουδαιότερο χαρακτηριστικὸ τῆς διεργασίας τῆς «ἐνθύμισης» εἶναι ὅτι οἱ ἐμπειρίες τῶν αἰσθήσεων ὑποδηλώνουν πρότυπα ἀπὸ τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιες διαφέρουν· οἱ ὀπτικὲς ἐντυπώσεις λ.χ., ποὺ μοῦ ὑποδηλώνουν τὴν ἔννοια «εὐθύς», θεμελιώνουν ἐπίσης τὴν κρίση ὅτι καμμία ὁρατὴ ράβδος δὲν εἶναι ἀπολύτως εὐθεία. Τὸ Εἶδος λοιπὸν οὔτε περιέχεται ποτὲ στὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων ποὺ τὸ ὑποδηλώνει, οὔτε ποτὲ αὐτὴ τὸ παρουσιάζει.  Ὅπως καὶ τὸ «ὅριο» μιᾶς ἄπειρης ἀριθμητικῆς ἀκολουθίας, προσεγγίζεται ἀλλὰ ποτὲ δὲν «φθάνεται». Αὐτὲς οἱ δυὸ παρατηρήσεις μαζὶ  δείχνουν ὅτι ἡ θεωρία δικαιώνει ἀπόλυτα καὶ τὰ δύο μέρη τῆς ρήσης τοῦ Kant, ὅτι «τὰ αἰσθητὰ χωρὶς τὶς ἔννοιες εἶναι τυφλά, οἱ ἔννοιες χωρὶς τὰ αἰσθητὰ εἶναι ἄδειες». Τέλος ὅπως ἐπισημαίνει  Burnet,  ἡ ἔμφαση μὲ τὴν ὁποία τονίζεται ὅτι τὸ αἰσθητὸ πράγμα ὑστερεῖ πάντα καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀποτελέσει πλήρη ὁλοκλήρωση τῆς Ἰδέας σημαίνει ὅτι τὰ αἰσθητὰ θεωροῦνται «ἀπομιμήσεις» [μιμήματα] τοῦ Εἴδους·  ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἦταν πυθαγόρεια. Εἶναι ἀνακριβὲς ὅτι τὸ διατύπωμα τῆς «ἀπομίμησης» ἀπαντᾶ μόνο στοὺς τελευταίους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα ὡς βελτιωμένη παραλλαγὴ  τοῦ προηγούμενου διατυπώματος τῆς «συμμετοχῆς». Ἀκόμα καὶ στὸν Φαίδωνα, ὁ Σωκράτης ξεκινᾶ μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι τὰ πράγματα «μιμοῦνται» τὶς Ἰδέες· ἡ «συμμετοχὴ» ἐμφανίζεται ἀργότερα, σὲ ἄλλη βαθμίδα τῆς ἐπιχειρηματολογίας).
Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ χαροποιεῖ ἰδιαίτερα τὸν Σιμμία, ἀκριβῶς ἐπειδή, ὅπως λέει, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ προγενέθλια ὕπαρξη τῆς ψυχῆς συνάγεται ἀπὸ τὴ θεωρία τῶν Εἰδῶν, τὴν ὁποία θεωρεῖ σαφέστερη καὶ προφανέστερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀλήθειες. (77a). Ἀλλὰ συνεχίζει μετὰ ἀπὸ λίγη σκέψη, ἡ ἀπόδειξη τῆς προγενέθλιας «γένεσης» τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι καὶ ἀπόδειξη τῆς μεταθανάτιας ἐπιβίωσής της· ἀκριβῶς ὅμως ἀντίδοτο στὸ φόβο τοῦ θανάτου καλεῖται νὰ προσφέρει ὁ Σωκράτης. Τυπικά, ἐπισημαίνει, τὸ ζητούμενο θὰ ἀποδεικνυόταν, ἀρκεῖ νὰ συνδυάζαμε τὰ ἐπιχειρήματα α καὶ β. Τὸ β ἀπέδειξε τὴν προΰπαρξη τῆς ψυχῆς, τὸ α ἀποδεικνύει –βάσει τῆς παραδοχῆς τοῦ ἀτέρμονος κύκλου ἐναλλαγῆς γέννησης καὶ θανάτου -ὅτι ( γιὰ νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ γεννιοῦνται ἄνθρωποι) οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν πρέπει νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν. Ἀλλὰ τὸ «νήπιο μέσα μας», ποὺ φοβᾶται τὸ σκοτάδι, δὲν καθησυχάζεται τόσο εὔκολα· χρειάζεται νὰ δοκιμάσουμε ἰσχυρότερο «ξόρκι»(77a-78b).
Β. ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ (78b-84b). Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα πλησιάζει περισσότερο τὴ ρίζα τοῦ ζητήματος· ἀντὶ νὰ στηρίζεται σὲ κάποιο γενικὸ φιλοσοφικὸ διατύπωμα τῆς ἐποχῆς ἐξετάζει τὸν οὐσιαστικὸ χαρακτήρα τῆς ψυχῆς. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἀριστοτελικὴ φρασεολογία, ἡ πρώτη ἀπόδειξη ἦταν «λογική», ἡ δεύτερη θὰ εἶναι «φυσική». Ἡ συλλογιστικὴ ποὺ υἱοθετεῖται ἐδῶ βρίσκεται στὴ βάση ὅλων τῶν γνωστῶν μεταφυσικῶν ἐπιχειρημάτων μεταγενεστέρων φιλοσόφων, οἱ ὁποῖοι συνάγουν τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ γνώρισμα τῆς «ἁπλῆς οὐσίας». Ὁ Kant τὴν ἐπικρίνει ὡς «παραλογισμό» στὴν Κριτικὴ τοῦ καθαροῦ λόγου, ἀλλὰ ἡ ἀπόδειξη ποὺ ἤξερε ὁ Kant, ἀπὸ τὰ κείμενα στοχαστῶν ὅπως ὁ Wolff  ἤ ὁ Moses Medelsson, ἀποτελεῖ ἁπλὸ φάντασμα ἐκείνης ποὺ παρέχεται στὸν Φαίδωνα. Ὁ Σωκράτης δὲν θέλει νὰ πεῖ ὅτι ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ «ἁπλὴ οὐσία» -δὲν διέθετε κὰν τὴν κατάλληλη ὁρολογία γιὰ νὰ τὸ πεῖ -ἀλλὰ ὅτι εἶναι, ὅπως εἶχε διδάξει ἡ ὀρφικὴ θρησκεία, κάτι θεϊκό. Δὲν προσπαθεῖ νὰ θεμελιώσει τὴν ἀδιαιρετότητά  της ἀλλὰ τὴ «θεομορφία» της· ἡ ἀδιαιρετότητα εἶναι ἁπλὸ παρεπόμενο. Εἶναι λοιπὸν ἄσχετη ἐδῶ ἡ κατὰ τὰ ἄλλα ἀληθὴς παρατήρηση τοῦ Kant ὅτι ἡ διάλυση δὲν εἶναι ὁ μόνος τρόπος ἐκμηδενισμοῦ τῆς ψυχῆς, δυνατοῦ (ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος) καὶ μὲ τὴ βαθμιαία, σταθερὴ μείωση τῆς ἔντασης τῆς ζωτικότητάς της, ἄν δὲν ἦταν θεϊκὴ (γιὰ τὸ φύσει θεῖο, ἡ σταδιακὴ ἐξαφάνιση δὲν ἀντιπροσωπεύει κίνδυνο μεγαλύτερο ἀπὸ τὴ διάλυση).
Ὁ Σιμμίας μίλησε νωρίτερα γιὰ ἐνδεχόμενο «διασκορπισμό»τῆς ψυχῆς μὲ τὸ θάνατο. Ποιοῦ εἴδους ὅμως πράγματα ἐπιδέχονται διασκορπισμὸ καὶ ποιὰ ὄχι; Προφανῶς, ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση, πιθανότητα νὰ διασκορπιστεῖ, ἔχει τὸ σύνθετο·  τὸ «ἀσύνθετο», ἄν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα, δὲν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο. Εὔλογα, ὅτι διατηρεῖ ἕνα γνώρισμα ἀμετάβλητο σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις εἶναι ἀσύνθετο, ὅ,τι ἀέναα ἀλλάζει γνωρίσματα, σύνθετο. Ἄς ἀντικαταστήσουμε τὴ χοντροκομμένη ἀντιδιαστολὴ «ἁπλοῦ» καὶ «σύνθετου» μὲ τὴ φιλοσοφικότερη μετεξὺ μόνιμου καὶ μεταβλητοῦ. (Στὴ βάση αὐτὴ ἡ κριτικὴ τοῦ Kant δὲν μᾶς ἀγγίζει· ἄν ἡ ψυχὴ εἶναι μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, ἀμετάβλητη, αὐτόματα προστατεύεται ἀπὸ τὴ μείωση ἔντασης τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Kant).  Τὸ Εἶδος τοῦ εἶναι γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε στὶς φιλοσοφικές μας ἔρευνες, τὸ εἶναι ποὺ προσπαθοῦμε πάντα νὰ ὁρίσουμε –οἱ  Ἰδέες τελικὰ - ἀποτελεῖ πρότυπο τοῦ ἀπόλυτα ἀμετάβλητου. Ἡ «καθαυτὸ εὐθύτητα», ἡ «καθαυτὸ δικαιοσύνη», ἡ «καθαυτὸ ἀρετή» ἀποτελοῦν, μιὰ γιὰ πάντα, σταθερά, ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ἀντίθετα, ἡ πληθώρα τῶν πραγμάτων στὰ ὁποῖα ἀποδίδουμε τὰ ἴδια ὀνόματα μὲ τὶς Ἰδέες, μεταβάλλονται ἀδιάκοπα. ( Ὁ «καλὸς» ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ χάσει τὴν ἀρετή του, τὸ «ὡραῖο» ἔνδυμα τὴν ὀμορφιά του κ.ο.κ.) Ὅλα τὰ μεταβλητὰ αὐτὰ πράγματα ἀγγίζονται, βλέπονται, γίνονται ἀντιληπτὰ μὲ τὴ μία ἤ τὴν ἄλλη αἴσθηση· ὅλα τὰ ἀμετάβλητα «πρότυπα» συλλαμβάνονται  μόνο νοερὰ (διανοίας λογισμῷ).


Μποροῦμε λοιπὸν τώρα νὰ διακρίνουμε δύο τύπους ἀντικειμένων, μὲ διακριτικὸ ἕνα ζεῦζος γνωρισμάτων, τὰ ἀόρατα καὶ ἀμετάβλητα καὶ τὰ ὁρατὰ καὶ μεταβλητά.  Δεχτήκαμε ὅτι ἔχουμε σῶμα καὶ ψυχή. Σὲ ποιὸν ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρω τύπους ἀντικειμένων ἀνήκει τὸ σῶμα καὶ σὲ ποιὸν ἡ ψυχή; Προφανῶς τὸ σῶμα εἶναι ὁρατό,  ἡ ψυχὴ ἀόρατη ( βέβαια, τὰ «ὁρατός» καὶ «ἀόρατος» χρησιμοποιοῦνται ἐδῶ κατὰ συνεκδοχὴ ἀντὶ τῶν «αἰσθητὸς» καὶ μὴ «αἰσθητὸς» ἀντίστοιχα). Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη δὲν χωρᾶ ἀμφιβολία γιὰ τὸν τύπο στὸν ὁποῖο ἀνήκει τὸ καθένα. Τι συμβαίνει μὲ τὸ ἄλλο ζεῦγος ἀντίθετων γνωρισμάτων; Ὅπως εἴπαμε καὶ πρὶν, ὅταν ἡ ψυχὴ βασίζεται στὰ ὄργανα τῶν αἰσθήσεων γιὰ τὴν ἔρευνά της, βρίσκει τὰ ἀντικείμενα ποὺ μελετᾶ νὰ μετατοπίζονται ἀέναα, καὶ χάνει τὸ δρόμο της (πλανᾶται) ἀνάμεσά τους. Ὅταν βασίζεται στὴ δική της αὐτοφυὴ νόηση καὶ στρέφεται σὲ αὐστηρὰ καθορισμένα, ἀμετάβλητα ἀντικείμενα, τότε ἀνακαλύπτει ἀνάμεσά τους τὸ δρόμο της χωρὶς ἀβεβαιότητα καὶ σύγχιση· αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν κατάσταση ὀνομάζουμε «σοφία» ἤ νοημοσύνη (φρόνησιν). Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνήκει μᾶλλον στὸν οἰκειότερό της τύπο, δηλαδὴ στὰ ἀμετάβλητα, ἐνῶ τὸ σῶμα ἀνήκει δίχως ἄλλο στὰ μεταβλητά.
Ἄλλωστε, στὸ συνεταιρισμὸ σώματος καὶ ψυχῆς, ἡ ψυχὴ σωστὰ εἶναι κύριος, καὶ τὸ σῶμα ὑπηρέτης (τὴ σκέψη αὐτὴ ἡ Ἀκαδημεία τὴν ἀποκρυστάλλωσε σὲ ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ὡς ψυχῆς ποὺ χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο ἕνα σῶμα). Ἀλλὰ ἡ προσταγὴ καὶ ἡ ἐξουσία ἀποτελοῦν προνόμια τοῦ θεϊκοῦ στοιχείου, ἐνῶ στὸ θνητὸ ἁρμόζουν ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ὑπακοή:ἄρα, μέσα μας, θεϊκὸ ρόλο διαδραματίζει ἡ ψυχὴ καὶ θνητὸ τὸ σῶμα. (Φτάνουμε τελικὰ στὸ σημεῖο ποὺ ὁ Σωκράτης θέλει πράγματι νὰ τονίσει, δηλαδὴ στὴ «θεομορφία» [«συγγένεια μὲ τὸν Θεό»] τῆς ψυχῆς. Βάσει τῆς ταύτισης τῶν ἐννοιῶν «ἀθανασία» καὶ «θεϊκότητα» στοὺς Ἕλληνες, ἡ τυπικὴ συναγωγὴ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς ἕπεται χωρὶς δυσκολία.)
Ἡ ψυχὴ λοιπὸν ἀποτελεῖ τὸ σχετικὰ μόνιμο καὶ θεϊκὸ στοιχεῖο μας, ἐνῶ τὸ σῶμα εἶναι μόνο τὸ ἀνθρώπινο καὶ μεταβλητό. Θὰ περιμέναμε λοιπὸν δικαιολογημένα ἀπὸ τὸ σῶμα νὰ εἶναι σχετικὰ φθαρτό,  καὶ ἀπὸ τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι εἴτε ὁλότελα εἴτε σχεδὸν ὁλότελα ἄφθαρτη. Ξέρουμε ὡστόσο ὅτι, κάτω ἀπὸ εὐνοϊκὲς συνθῆκες, ἀκόμη καὶ ἕνα πτῶμα μπορεῖ νὰ προστατευτεῖ ἀπὸ τὴ σήψη αἰῶνες ὁλόκληρους.· ὑπάρχουν μάλιστα μέρη τοῦ σώματος ποὺ φαίνονται τελείως ἀκατάλυτα.Πολὺ περισσότερο, θὰ περιμέναμε ὅτι μιὰ ψυχή, ἀνεξαρτητοποιημένη κατά τὸ δυνατόν, ἀπὸ τὸ μεταβλητὸ σῶμα,  ἡ ὁποία μὲ τὸ θάνατο διέφυγε στὴν περιοχὴ τοῦ θεϊκοῦ καὶ ἀόρατου, βρίσκεται ὑπεράνω τῆς μεταβλητότητας καὶ τῆς φθορᾶς. Ἄν ὅμως, σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς της, ἀγαποῦσε τὰ πράγματα τοῦ σώματος, καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὀρέξεων, δὲν ἀποκλείεται νὰ ποθεῖ τὸ σῶμα καὶ ἀφοῦ ὁ θάνατος τὴ χωρίσει ἀπ’αὐτό· τότε ἴσως ἡ ἐπιθυμία της τὴν τραβήξει καὶ πάλι κάτω στὸν κύκλο τῶν γεννήσεων. Μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ θέση ὅπου ἡ ψυχὴ ξαναγεννιέται στὴν ἱεραρχία τῶν ὄντων καθορίζεται ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῶν εἰδικῶν της λάγνων πόθων –αὐτοὶ τὴν ὁδηγοῦν στὴν «κόλαση»ποὺ τῆς ταιριάζει· οἱ ἡδονοθῆρες ξαναγεννιοῦνται ὡς γάϊδαροι, οἱ ἅρπαγες καὶ οἱ ἄδικοι ὡς ἁρπακτικὰ ζῶα, κ.ο.κ. Τὴν πιὸ ἀνώδυνη τύχη πρέπει νὰ τὴν ἔχουν ὅσοι στὴ ζωή τους ἔδειξαν τὴν «κοινὴ ἀρετή», πού, χωρὶς τὴ φιλοσοφία, λαθεμένα ὀνομάζεται σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη (δηλαδὴ ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλῶς διαμόρφωσαν τὴ συμπεριφορά τους σύμφωνα μὲ μιὰ ἔντιμη ἠθικὴ παράδοση χωρὶς πραγματικὰ νὰ κατανοήσουν τὴν ἀρετή, ζώντας κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Kant,  «σύμφωνα μὲ τὸ καθῆκον», ἀλλὰ ὄχι «ἀπὸ καθῆκον»). Αὐτοί, μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε, ξεναγεννιοῦνται ὡς «κοινωνικὰ ὄντα»,  λ.χ. μέλισσες καὶ μυρμήγκια, ἤ καὶ ὡς ἄνθρωποι (εἶναι οἱ κοινοὶ «ἔντιμοι» ποὺ συναντᾶμε). Ἡ ἐπίτευξη τῆς «θεϊκότητας» ἤ «θεομορφίας», ἐπιφυλάσσεται σὲ ὅποιον ἔζησε ἀποφασιστικὰ τὸν ἀνώτατο ἀπὸ τοὺς τρεῖς βίους, τὸν βίο τοῦ «ἐραστῆ τῆς σοφίας», καθυποτάσσοντας τὶς ὀρέξεις του, ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀρετή,  ὄχι σὰ τὸν «ἐραστὴ τοῦ πλούτου» ἀπὸ φόβο γιὰ τὴ φτώχεια, ἤ σὰν τὸν «ἐραστὴ τῶν τιμῶν» ἀπὸ ἀνησυχία γιὰ τὴ φήμη του. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατὶ εἶναι δύσκολη ἡ ζωὴ τοῦ ἐραστῆ τῆς σοφίας. Αὐτὸς ξέρει ὅτι κύριο ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνθρώπου ἀποβαίνει ἐκεῖνο σχετικὰ μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος τελικὰ αἰσθάνεται ἡδονὴ καὶ πόνο. Βρίσκοντας κανεὶς τὴ χαρὰ καὶ τὴ λύπη σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν ὀρέξεων, ἀκολουθεῖ ὑποχρεωτικὰ τὶς περιπέτειες τοῦ σώματος, πράγμα ποὺ τοῦ κλείνει τὸ δρόμο πρὸς τὴ θεοποίηση καὶ τὸν δένει στὸν τροχὸ τῆς γέννησης. Γιὰ χάρη τοῦ ὑπέρτατου αὐτοῦ ἀγαθοῦ τῆς «θεοποίησης», ὁ ἐραστὴς τῆς σοφίας ἀρνεῖται «τὴ σάρκα». Συγκατάθεση στὶς κινήσεις της θὰ ἔμοιαζε μὲ τὴ συμπεριφορὰ τῆς Πηνελόπης, ποὺ τὴ νύχτα ξήλωνε ὅ,τι εἶχε ὑφάνει τὴν ἡμέρα. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ὁλόκληρη ἡ ζωή του προσβλέπει στὴ θεομορφία, πέρα καὶ πάνω ἀπ’ τὴ μεταβλητότητα, εἶναι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ φοβόταν ὅτι ὁ νέος καὶ μόνιμος θεόμορφος ἑαυτός του, ποὺ διαμορφώνεται μέσα του, θὰ γκρεμιστεῖ μὲ τὸ θάνατο. 

ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΙΜΜΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΒΗ (85c-88c).  Ὁ Σιμμίας, ὅπως οἱ σημερινοὶ «ἀγνωστικιστές», νομίζει ὅτι ἴσως εἶναι ἀνέφικτη κάθε βεβαιότητα γιὰ τὴ μοίρα μας. Κατὰ βάθος θα ‘θελε νὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεστεῖ γιὰ ἕνα τέτοιο θέμα κάποια «ἀποκάλυψη» τῆς ἀλήθειας ( ἕνα λόγον θεῖον 85d), ἀλλὰ συμφωνεῖ ὅτι, ἐλλείψει μιᾶς ἀποκάλυψης,πρέπει κανεὶς νὰ μελετήσει θαρραλέα ὅλες τὶς ἀνθρώπινες θεωρίες ποὺ ‘χουν διατυπωθεῖ γιὰ τὸ πρόβλημα καὶ νὰ υἱοθετήσει ἐκείνη πού, μετὰ ἀπὸ διαξοδικὴ ἐξέταση, παρουσιάζεται πιὸ ἀξιόπιστη. Ἡ δυσκολία ποὺ ἀντιμετωπίζει ὡς πρὸς τὴ συλλογιστικὴ τοῦ Σωκράτη εἶναι ὅτι τὰ λόγια του γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα θὰ μποροῦσαν ἐπίσης νὰ εἰπωθοῦν γιὰ τὴ «μελωδία» ἑνὸς μουσικοῦ ὀργάνου καὶ τὶς χορδὲς ποὺ παράγουν τὴ μουσική. Οἱ χορδὲς εἶναι σώματα ὁρατὰ καὶ ἁπτά, σύνθετα καὶ φθαρτά, ἐνῶ ἡ μουσικὴ εἶναι ἀόρατη, ἀσώματη καὶ  «θεϊκή». Θὰ ἦταν ὅμως ὁλοφάνερα παράλογο νὰ ὑποστηρίξει κανείς, γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ὅτι, ἄν τὸ ὄργανο σπάσει, ἡ μουσικὴ θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἠχεῖ «κάπου». Ἐμεῖς τώρα ἔχουμε τὴν «πεποίθηση» ὅτι τὸ σῶμα μοιάζει μὲ μουσικὸ ὄργανο ποὺ χορδές του εἶναι τὰ ἀνάγωγα συστατικά του –τὸ θερμό -, τὸ ψυχρό, τὸ ὑγρό, καὶ τὸ ξηρό –καὶ ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ μουσικὴ ποὺ παράγει αὐτὸ τὸ ὄργανο, ὅταν οἱ «χορδές» του εἶναι σωστὰ κουρδισμένες.  Ἄν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι «θεϊκή», ἐνῶ ἡ ἀρρώστια καὶ ἄλλες διαταραχὲς τῆς κράσης σπάζουν τὶς χορδὲς τοῦ ὀργάνου ἤ τὶς ξεκουρδίζουν· δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ὑποστηρίξει κανεὶς ὅτι, ἐπειδὴ τὰ συντρίμμια τοῦ ὀργάνου ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ μετὰ τὸ σπάσιμο, ἡ μουσικὴ πολὺ περισσότερο, πρέπει νὰ συνεχίζεται ἀμετάβλητη (85e-86d).


Ὁ Κέβης διατυπώνει μιὰν ἄλλη ἀντίρρηση. Δὲν ἀποδίδει μεγάλη σημασία στὸν ἐπιφαινομενισμὸ τοῦ Σιμμία, ἀλλὰ διαμαρτύρεται λέγοντας ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἀπέδειξε ὁ Σωκράτης εἶναι ἡ «προΰπαρξη», ποὺ θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ βέβαιη βάσει τῆς θεωρίας τῆς  «ἀνάμνησης». Ἀκόμη καὶ ἄν δεχτοῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἀποτέλεσμα σωματικῶν αἰτίων, ἀλλὰ πράγματι δημιουργεῖ ἡ ἴδια τὸ σῶμα της, προκύπτει μόνο ὅτι μοιάζει μὲ ὑφαντὴ ποὺ κατασκευάζει τὸν ἴδιο του τὸν χιτώνα· στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς οτυ παράγει καὶ φορᾶ πολλοὺς χιτῶνες, ἀλλὰ πεθαίνοντας καταλείπει τὸν τελευταῖο ποὺ ἔφτιαξε· θὰ ἦταν γελοῖο νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρός,  ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ χιτώνας ποὺ ὕφανε βρίσκεται ἀκόμα ἐδῶ, κι ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος διαρκεῖ περισσότερο ἀπὸ ἕναν χιτώνα. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ δημιουργεῖ, νὰ «φορᾶ»καὶ νὰ φθείρει ὁλόκληρη σειρὰ σωμάτων – μάλιστα κάτι τέτοιο συμβαίνει καθημερινά,  ἄν ἀληθεύει ὅτι τὸ σῶμα καταστρέφεται ἀδιάκοπα μὲ τὴ φθορὰ τῶν ἱστῶν, καὶ ξαναφτιάχνεται ἀπὸ τὴν ψυχή. Ἀλλὰ ἀκόμα κι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ψυχή, ξανὰ καὶ ξανά, δημιουργεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἕνα σῶμα, μόλις τὸ προηγούμενο πεθάνει, πάντως ἐνδέχεται ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα ἡ δύναμή της ἐξαντλεῖται, ὅπως τοῦ ὑφαντῆ, ἄρα κάποτε δημιουργεῖ τὸ τελευταῖο σῶμα,  μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ δὲν ὑπάρχει πιά. Ἔτσι ποτὲ δὲν μποροῦμε νά  ‘μαστε βέβαιοι ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ σημερινοῦ μας σώματος δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελευταία ἐπίδοση μιᾶς τέτοιας φθαρμένης ψυχῆς καὶ συνεπῶς, ὅτι ὁ θάνατος ποὺ τώρα μᾶς περιμένει δὲν ἀποτελεῖ ἀπόλυτη ἐκμηδένιση (86e-88b).
Ἀνασκευὴ τῆς ἀντίρρησης τοῦ Σιμμία (91c-95a). Ἐπισημαίνεται ἐξαρχῆς ὅτι τὸ πρόβλημα ποὺ ἔθεσε ὁ Σιμμίας εἶναι ἀσυμβίβαστο μὲ τὶς δηλωμένες ἀρχές του. Ὁμολογεῖ ὅτι ἔχει πειστεῖ γιὰ τὰ προηγούμενα, δηλαδὴ ὅτι ἡ γνώση εἶναι «ἀνάμνηση», καὶ συνεπῶς οἱ ψυχές μας ὑπῆρχαν πρὶν ἀκόμα πάρουν τὴ σημερινή μας ἐνσώματη μορφή. Προφανῶς αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀληθεύει, ἄν ἡ ψυχὴ ἀποτελεῖ ἐπιφαινόμενον, ἄν εἶναι ἡ μελωδία ποὺ παράγει τὸ σῶμα ἤ τὸ «σφύριγμα τῆς ἀτμομηχανῆς» (Huxley). Γιὰ νὰ παραχθεῖ μελωδία, τὸ μουσικὸ ὄργανο πρέπει νὰ προϋπάρχει καὶ οἱ χορδές του πρέπει νὰ βρίσκονται κουρδισμένες γιὰ τὸ σωστὸ μουσικὸ τόνο. Μποροῦμε νὰ βεβαιώσουμε εἴτε ὅτι κάθε γνώση εἶναι «ἀνάμνηση» εἴτε ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἐπιφαινόμενον· δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ὑποστηρίξουμε ταυτόχρονα καὶ τὶς δύο προτάσεις. Ὁ ἴδιος ὁ Σιμμίας δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ποιὰ ἀπὸ τὶς δύο εἶναι πειστικότερη. Ἡ διδασκαλία τῆς «ἀνάμνησης» ἔχει συναχθεῖ ἀπὸ τὸ «ἀξίωμα»(τὴν ὑπόθεσιν) τῆς πραγματικῆς ὑπόστασης τῶν Ἰδεῶν, ἀρχὴ τὴν ὁποία ὁ Σιμμίας δέχτηκε ὡς ἀληθὴ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συζήτησης. Ἡ  ἐπιφαινομενιστικὴ θεωρία τῆς ψυχῆς βασίζεται ἁπλῶς σὲ μιὰ πιθανοφανὴ παραλληλία –καὶ  ξέρουμε ὅλοι πόσο ἀπατηλὲς μποτοῦν νὰ εἶναι αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ παρομοιώσεις –λ.χ. στὴ γεωμετρία (92d).
Ἀλλὰ ἡ ἐπιφαινομενιστικὴ θεωρία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ «ἀξίωμα τῶν Ἰδεῶν»· ἀποδεικνύεται ἐπίσης λαθεμένη βάσει ἀνεξάρτητων κριτηρίων. Κάθε «ἐναρμόνιση» ἤ «μελωδία» ἔχει δύο χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα: καθορίζεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὰ συστατικά της μέρη, καὶ ποτὲ δὲν ἐπιδέχεται βαθμούς. Ἄν λ.χ. οἱ δονήσεις δύο χορδῶν βρίσκονται σὲ ὁρισμένο ἀριθμητικὸ λόγο, τὸ διάστημα τῶν φθόγγων τῶν χορδῶν εἶναι ἡ τέταρτη καὶ κανένα ἄλλο· ἄν ἔχουν διαφορετικὸ λόγο, τὸ διάστημα εἶναι ἡ πέμπτη, κ.ο.κ.  Ἐξάλλου, μιὰ χορδὴ εἶναι ἤ «κουρδισμένη» ἤ «ἀκούρδιστη»· τρίτο ἐνδεχόμενο δὲν ὑπάρχει. Ἀνάμεσα σὲ δύο φθόγγους ὑπάρχει ἕνα ὁρισμένο διάστημα: οἱ φθόγγοι προσδιορίζουν ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ διάστημα καὶ κανένα ἄλλο. Τὸ λά, λ.χ., καὶ τὸ μὶ ὕφεση ὁρίζουν ἕνα διάστημα τόσο συγκεκριμένο ὅσο τὸ διάστημα ποὺ ὁρίζουν οἱ φθόγγοι λὰ καὶ μί ( ἄσχετα ἄν τὸ πρῶτο διάστημα εἶναι ἴσως λιγότερο εὐχάριστο ἀπὸ τὸ δεύτερο). «Καμμὶα ἐναρμόνιση δὲν εἶναι ἐναρμόνιση περισσότερο ἤ λιγότερο ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη». Ποιὰ συμπεράσματα προκύπτουν γιὰ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δύο ἀνωτέρω γεγονότα, ἄν αὐτὴ ἀποτελεῖ «ἐναρμόνιση»; Ἀπὸ τὴ δεύτερη πρόταση προκύπτει ἀμέσως ὅτι καμμία ψυχὴ δὲν ἀποτελεῖ ψυχὴ περισσότερο ἤ λιγότερο ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ γνωστὸ γεγονὸς ὅτι μερικὲς ψυχὲς εἶναι καλύτερες, ἄλλες χειρότερες. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὑπάρχει πραγματικὴ ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ «καλοῦ κουρδίσματος», μεταξὺ τῆς κακίας καὶ τοῦ «κακοῦ κουρδίσματος». Τότε τὴ διαφορὰ αὐτὴ πρέπει νὰ τὴν ἐκφράσουμε λέγοντας εἴτε ὅτι ἡ μιὰ «ἐναρμόνιση» (ἡ καλὴ ψυχή) εἶναι πιὸ «ἐναρμονισμένη» ἀπὸ μιὰν ἄλλη (τὴν κακὴ ψυχή) –πρόταση ποὺ μᾶς ἀπαγορεύουν οἱ παραδοχές -  εἴτε ὅτι ἡ καλὴ ψυχὴ ὄχι μόνο ἀποτελεῖ «ἐναρμόνιση» ἀλλὰ ἐπίσης ἔχει μέσα της μιὰ δεύτερη πρόσθετη «ἐναρμόνιση», πράγμα προφανῶς παράλογο. Ἄν μιὰ ψυχὴ ἀποτελεῖ «ἐναρμόνιση», τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι κάθε ψυχὴ ἀποτελεῖ ἐξίσου «ἐναρμόνιση» μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη· αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ ποῦμε ὅτι καμμιὰ ψυχὴ δὲν εἶναι ἠθικὰ καλύτερη ἤ χειρότερη ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ψυχή -ἤ ἀκόμη ὅλες οἱ ψυχές, ἀφοῦ ἀποτελοῦν ἀκριβεῖς «ἐναρμονίσεις», εἶναι ἀπόλυτα καλές. Ἀλλὰ μιὰ τέτοια ἄρνηση τῶν διαφορῶν ἠθικῆς ἀξίας εἶναι πρόδηλα γελοία. Συμπεραίνουμε λοιπὸν ὅτι, ὁ ἐπιφαινομενισμὸς εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἀναγνώριση διαφορῶν ἠθικῆς ἀξίας. Ὡστόσο, οἱ διαφορὲς αὐτές, ἔχουν ὁπωσδήποτε πραγματικὴ ὑπόσταση. Μιὰ θεωρία ποὺ ἀντιβαίνει στὶς θεμελιακὲς ἀρχὲς τῆς ἠθικῆς, ποὺ ἀποτελοῦν βέβαιες ἀλήθειες, πρέπει νὰ σφάλλει.
Συζήτηση τοῦ προβλήματος τοῦ Κέβη (95a-102a). Ἡ θεωρία τοῦ Κέβη, ἐπικαλεῖται τὶς βασικὲς ἀρχὲς μιᾶς «μηχανικῆς» φιλοσοφίας τῆς φύσης. Ἰσχυρίζεται,  ὅτι ἡ δράση τοῦ νοῦ πάνω στὸ σῶμα, τὴν ὁποία προϋποθέτει ἡ ἠθική, εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης, ἄν δὲν ὑποτεθεῖ ὅτι ὁ νοῦς, ἐκτελώντας τὸ «καθοδηγητικό»του ἔργο, «ἀναλώνει ἐνέργεια». Ἄν αὐτὴ ἡ ἀνάλωση ἐνέργειας συνεχιστεῖ χωρὶς ἀναπλήρωση, κάποια στιγμή, κατ’ ἀνάγκην, ἡ διαθέσιμη ἐνέργεια τοῦ νοῦ θὰ ἐξαντληθεῖ. Σὲ τελευταία λοιπὸν ἀνάλυση, ὁ Κέβης θέτει τὸ ζήτημα τῆς γενικῆς ἰσχύος τῶν ἀξιωμάτων μιᾶς μηχανιστικῆς ἑρμηνείας τῆς φύσης, ζήτημα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καὶ σήμερα.
Διέπεται ἄραγε ἡ καθοδηγητικὴ ἐπίδραση τοῦ νοῦ πάνω στὴν κίνηση τοῦ σώματος ἀπὸ τοὺς δύο μεγάλους νόμους τῆς Συντήρησης καὶ τῆς Ὑποβάθμισης τῆς Ἐνέργειας;  Ἄν ναί, πρέπει νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι, μὲ τὴν παρέλευση ἑνὸς ὁρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἡ προσωπικότητά μας θὰ ἐξαφανιστεῖ. Ἄν ὄχι, οἱ ἀρχὲς τῆς μηχανικῆς δὲν ἔχουν καθολικὴ ἰσχύ. Ἄν δεχτοῦμε ὅτι «ἡ διάκριση μεταξὺ νοῦ καὶ σώματος  ἔχει πραγματικὴ ὑπόσταση», ἐνδέχεται ὅτι ὁ νοῦς, σὲ κάθε πράξη ἐπαφῆς μὲ τὸ σῶμα, ἀποβάλλει ἐνέργεια τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακτήσει. Ἄν συμβαίνει αὐτό, ἡ πορεία του πρὸς τὴν καταστροφὴ ἀρχίζει κατὰ τὴν πρώτη ἐπαφή του μὲ τὸ σῶμα, καὶ ἡ ὁλοκλήρωσή της εἶναι ἁπλῶς ζήτημα χρόνου (95d).  Ὁ Σωκράτης, θὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἀποδείξει ὅτι οἱ διεργασίες τῆς φύσης δὲν ἐξηγοῦνται βάσει μηχανιστικῆς ἑρμηνείας.
Ὁ Σωκράτης ἐξηγεῖ καὶ ἀναλύει τὴν μέθοδο ἀνάλυσης ποὺ θὰ χρησιμοποιήσει. Ἡ μέθοδός του συνίσταται στὴν ἐξέταση τῶν «πραγμάτων» μέσω τῆς διερεύνησης τῶν λόγων ἤ τῶν προτάσεων ποὺ ἐκφέρουμε γι’ αὐτά. Θεμελιακό της γνώρισμα εἶναι,  ὅτι εἶναι παραγωγική. Μὲ ἀφετηρία τὸ «ἀξίωμα», μιὰ ἀναπόδεικτη ἀρχὴ ποὺ θεωρεῖς τελείως ἱκανοποιητική,  συνάγεις τὶς συνέπειες ἤ τὰ «συνεπαγόμενά»του ( τὰ συμβαίνοντα), χαρακτηρίζοντάς τα προσωρινὰ ὡς «ἀληθή», ἐνῶ ὁλες τὶς προτάσεις ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἀξίωμα τὶς χαρακτηρίζεις ὡς ψευδεῖς (100a).  Βέβαια, θεωρεῖται ἀποδεδειγμένα ψευδὲς καὶ ἄκυρο κάθε «ἀξίωμα» (ὑπόθεσις) ποὺ διαπιστώνεται ὅτι συνεπάγεται πράγματα τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουν στὰ δεδομένα τῆς πραγματικότητας, ἤ ἀντιφάσκουν μεταξύ τους. Ἀλλὰ ἡ ἀπουσία ἀντιφάσεων  ἀπὸ τὰ συνεπαγόμενα ἑνὸς «ἀξιώματος», δὲν θεωρεῖται ἐπαρκὴς ἀπόδειξη τῆς ἰσχύος του. Ἄν ἀμφισβητηθεῖ ὀφείλεις νὰ τὸ παραγάγεις ἀπὸ θεμελιακότερο ἀξίωμα, μέχρι νὰ διατυπωθεῖ ἕνα ἀξίωμα «ἐπαρκές» (101e).
Τὸ ἀξίωμα τῶν Ἰδεῶν.  Ὅταν γιὰ ἕνα πλῆθος λογικῶν ὑποκειμένων, βεβαιώνεται τὸ ἴδιο κατηγόρημα («γνώρισμα»), τὸ γνώρισμα αὐτό, ἀποτελεῖ  Ἰδέα ἤ Εἶδος, καὶ μποροῦμε νὰ τὸ ὀνομάζουμε «καθολικὴ  ἔννοια».  Ἰδέες καὶ Εἴδη δὲν ἀποτελοῦν  «ἁπλῶς κάτι ποὺ ἔχουμε στὸ μυαλό μας», ἀλλὰ πρόκειται γιὰ πραγματικὲς ὀντότητες, τὶς ὁποῖες συλλογιζόμαστε. Ἔχουν δὲ καὶ βαθμοὺς «συμμετοχῆς» ἤ «παρουσίας», σὲ ἕνα πράγμα. (π.χ. τὸ Εἶδος «ὡραιότητα»). Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν Ἰδεῶν, πρέπει νὰ λέμε ὅτι ἡ «αἰτία» ἤ ὁ «λὀγος» ποὺ ἕνα κατηγόρημα β μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ ἕνα πράγμα α εἶναι ὅτι μιὰ ἀντίστοιχη Ἰδέα β «βρίσκεται παρούσα» στὸ α, ἤ ὅτι τὸ α «μετέχει» τῆς Ἰδέας β.

Ὅταν τὸ κύριο γνώρισμα τοῦ ὑποκειμένου,  τὸ κύριο κατηγόρημα ἀποτελεῖ «οὐσιῶδες γνώρισμα», δὲν γίνεται νὰ συνυπάρξει μὲ Ἰδέα ἀντιθέτου  περιεχομένου (λ.χ. δὲν μπορεῖ «ἡ ἀρετὴ νὰ εἶναι κακία»,  «τὸ μοναδιαῖο νὰ εἶναι πολλαπλό» κ.ο.κ.),. Ἄν μιὰ Ἰδέα ἀντίθετη ἐκείνης ποὺ εἶναι οὐσιώδης γιὰ ἕνα ὁρισμένο πράγμα «προελαύνει»γιὰ νὰ τὸ «καταλάβει», ἡ ἀρχικὴ  Ἰδέα θὰ ὑποχωρήσει ἤ θὰ καταστραφεῖ  (αὐτὸ συμβαδίζει μὲ τὴν ἀμοιβαία γένεση τῶν «ἀντιθέτων» ποὺ τώρα ἀπὸ τὰ πράγματα ἐπεκτείνεται στὰ γνωρίσματά τους). Τὸ «ψύχος» κατηγορεῖται οὐσιωδῶς στὸ «χιόνι», καὶ ἡ «θερμότητα» στὴ «φωτιά».


Ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα ποὺ δὲν ἀποτελοῦν τὰ ἴδια Ἰδέες ἀλλὰ ποὺ ἡ συμμετοχή τους σὲ μιὰ δεδομένη Ἰδέα ἀποτελεῖ οὐδιῶδες τους γνώρισμα. Ἔτσι ἡ φωτιὰ δὲν εἶναι «θερμότητα» οὔτε τὸ χιόνι «ψύχος».  Ἀλλὰ ἡ φωτιὰ δὲν ἐπιδέχεται τὴν Ἰδέα «ψύχος», οὔτε τὸ χιόνι τὴν Ἰδέα «θερμότητα». Ἡ φωτιὰ δὲν εἶναι ποτὲ ψυχρή, τὸ χιόνι δὲν εἶναι ποτὲ θερμό. Γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἐπιχειρήσει τὸ «ψύχος» νὰ «καταλάβει» τὴ φωτιά, ἤ ἡ «θερμότητα»νὰ «καταλάβει «τὸ χιόνι,εἴπαμε ὅτι τὸ ουδιῶδες γνώρισμα τοῦ πράγματος πρέπει ἤ νὰ «ὑποχωρήσει» ἤ νὰ «καταστραφεῖ» -ὁπότε ἡ φωτιὰ ἤ τὸ χιόνι παύει νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἦταν προηγουμένως. Μποροῦμε ὅμως τώρα νὰ προσθέσουμε ὅτι τὸ ἴδιο συμβαίνει σὲ περιπτώσεις σὰν τῆς φωτιᾶς καὶ τοῦ χιονιοῦ, ὅταν σὲ κάθε μέλος τοῦ ζεύγους ὑποκειμένων κατηγορεῖται οὐσιωδῶς ἡ συμμετοχὴ, σὲ μιὰ Ἰδέα ἀντίθετη τῆς Ἰδέας στὴν ὁποία μετέχει οὐσιωδῶς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ ζεύγους. Ἔτσι τὸ ψύχος κατηγορεῖται οὐδιωδῶς στὸ χιόνι, καὶ ἡ θερμότητα στὴ φωτιά. Ἐπίσης τὸ χιόνι ὄχι μόνο θὰ «ὑποχωρήσει» ἤ θὰ «καταστραφεῖ», γιὰ νὰ μὴν «καταληφθεῖ» ἀπὸ τὴ φωτιά, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἀνέχεται τὴν «προέλαση» τῆς φωτιᾶς. Ὅταν ἐκτεθεῖ στὴ φωτιὰ λιώνει καὶ παύει νὰ εἶναι χιόνι. (Αὐτὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῆς ἐναλλακτικῆςς δυνατότητας τῆς «καταστροφῆς». Τὸ χιόνι, ἄς ποῦμε, μπροστὰ στὴν ἔφοδο τῶν δυνάμεων τῆς φωτιᾶς, προτιμᾶ νὰ «ἀποδεκατιστεῖ» ὑπερασπίζοντας τὴ «θέση» του).
Ὁμοίως, ὁ ἀριθμὸς «τρία» δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ «περιττό»,  ἤ τὸν «περιττὸ ἀριθμό», δεδομένου ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ ἄλλοι περιττοὶ ἀριθμοί, ἀλλὰ μετέχει οὐσιωδῶς στὴν Ἰδέα «περιττὸς ἀριθμός».  (Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, σὲ αὐτὸν τὸν διάλογο καὶ σὲ ἄλλους, τὸ «τρία» καὶ οἱ ἄλλοι ἀριθμοί, ἀντίθετα ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ χιόνι, ἀναφέρονται χωρὶς δισταγμὸ καὶ ὡς Ἰδέες· ἀλλὰ ὁ Σωκράτης δὲν θεωρεῖ προβληματικὴ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς «συμμετοχῆς» ἑνὸς αἰσθητοῦ πράγματος σὲ μιὰ Ἰδέα, οὔτε τὴ «συμμετοχὴ» μιᾶς Ἰδέας σὲ μιὰν ἄλλη, ὡς παραδειγμάτων τῆς ἴδιας σχέσης. Δὲν κάνει διάκριση ἀφενὸς μεταξὺ τῆς σχέσης ἑνὸς στοιχείου μὲ τὴν κλάση στὴν ὁποία ἀνήκει καὶ, ἀφετέρου, τῆς σχέσης μεταξὺ δύο κλάσεων, ἡ μιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες περιέχει ὁλόκληρη τὴν ἄλλη).Ἑπομένως, ὅ, τι «κατέχεται» ἀπὸ τὴν Ἰδέα «τρία»,  «κατέχεται» ἐπίσης ἀπὸ τὴν συνακόλουθη Ἰδέα «περιττὸς ἀριθμός»· ὁ ἀπόλυτος ἀριθμὸς κάθε τριάδας εἶναι περιττὸς ἀκέραιος. Ἔτσι, καμμιὰ τριάδα δὲν ἀνέχεται νὰ «καταληφθεῖ», ἀπὸ τὴν Ἰδέα «ἄρτιος ἀριθμός». Τὸ γνώρισμα «περιττὸς ἀριθμὸς» «ὑποχωρεῖ» (δὲν ἐπιδέχεται καταστροφή).
Συμπέρασμα: Ἡ ζωὴ ἀποτελεῖ φαινόμενο ποὺ συνοδεύει ὑποχρεωτικὰ τὴν παρουσία τῆς ψυχῆς, ὅπως ἡ ἀρρώστια συνοδεύει τὴν παρουσία τοῦ πυρετοῦ ἤ ἡ θερμότητα τῆς φωτιᾶς. Ἡ ψυχὴ φέρνει μαζί της τὴ ζωὴ σὲ κάθε σῶμα στὸ ὁποῖο εἶναι παρούσα. Ὑπάρχει ὡστόσο ἕνα «ἀντίθετο»τῆς ζωῆς: ὁ θάνατος. Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν ἀνέχεται ποτὲ νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ γνώρισμα ἀντίθετο ἐκείνου ποὺ πάντα τὴ συνοδεύει.  Ἡ ζωὴ εἶναι οὐσιωδῶς κατηγορήσιμη στὴν ψυχή, ἄρα ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ κατηγορηθεῖ στὴν ψυχὴ ποτέ. Ἡ ψυχὴ εἶναι λοιπὸν κυριολεκτικὰ «ἀθάνατη»
(τὰ στοιχεῖα έχουν ἀντληθεῖ ἀπὸ τὸν διάλογο «Πλάτωνος Φαίδων ἤ περὶ ψυχῆς» καὶ τὸ βιβλίο «Πλάτων ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἔργο του A.E.Taylor ἐκδόσεις ΜΙΕΤ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες