Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ ἐπανάσταση τοῦ Φοίνικα




Ὁ θάνατος τοῦ Καποδίστρια ἀναστάτωσε τὴν Ἑλλάδα: Ἦταν ἀνήρ μεγαλοφυὴς καὶ γνωστὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα. Ὅταν κυκλοφόρησε ἡ εἴδηση τῆς δολοφονίας του, οἱ πολῖται ἔμειναν νεκροί,  ἄφησαν τὰ ἐργαστήριά των, ταῖς δουλιαῖς τους καὶ ἐπερπατοῦσαν εἰς τοὺς δρόμους ὡσὰν τρελοί. Εἶχε πέσει ὁ στύλος τῆς Πατρίδος, ἡ κορωνὶς τοῦ Γένους· εἶχε σκοτωθεῖ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦταν χαραγμένο στὴν καρδιὰ  τοῦ κάθε Ἕλληνα πατριώτη. Ἀμέσως ὅμως ἐκδηλώθηκαν δύο κινήσεις: ἡ πρώτη ἀπέβλεπε στὴ διατήρηση τοῦ ἐγκαθιδρυμένου ἀπὸ τὸν Καποδίστρια καθεστῶτος· καὶ ἡ δεύτερη στὴν ἀνατροπὴ  ἀκριβῶς τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ. Οἱ Ἄγγλοι, πράγματι, μισούσανε τὸν Κυβερνήτη·καὶ τὸ μῖσος τους δὲν ἔπαψε μὲ τὸ θάνατό του.

Ὡς γνωστόν, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια, τὴν ἐξουσία ἀνέλαβε «Διοικητικὴ Ἐπιτροπή», μὲ πρόεδρο τὸν Αὐγουστῖνο Καποδίστρια, ἀδελφὸ τοῦ Κυβερνήτη, καὶ μέλη, τοὺς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καὶ Ἰωάννη Κωλλέτη. Τὸ ὅτι ἡ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ διακυβέρνηση τῆς χώρας σήμαινε συνέχιση καὶ ἐνδεχομένως καθοριστικὴ παγίωση τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς ἤτανε κοινὸ μυστικό. Ἄλλωστε, οἱ σχετικὲς διεργασίες κατέληξαν σὲ αἴτημα πρὸς τὸν ἀντιναύαρχο Piotr Ivanovich Ricord, διοικητὴ τῆς ρωσικῆς ναυτικῆς μοίρας στὰ ἑλληνικὰ νερά, νὰ περιβληθεῖ αὐτὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προσωρινοῦ Κυβερνήτη, μέχρι ὅτου νὰ φτάσει στὴν Ἑλλάδα ὁ βασιλιὰς Ὄθωνας. Αὐτὸ τελικῶς δὲν πραγματοποιήθηκε –καὶ ἔτσι ὁ ἀντιναύαρχος ἀνακλήθηκε στὴ Ρωσία: ἡ ἰσχὺς αὐτῆς τῆς τελευταίας στὴ χώρα μας, δεχόταν ἕνα ἀκόμη πλῆγμα.
Ἤδη ἡ «ἀστικὴ» Γαλλία τοῦ Λουδοβίκου-Φιλίππου καί, φυσικὰ ἡ Βρεταννία κινοῦνταν μὲ σκοπὸ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ καποδιστριακοῦ καθεστῶτος. Λίγο μετὰ τὴν ἐξόντωση τοῦ Καποδίστρια, ὁ Γάλλος ἀντιστράτηγος Gueheneuc,  ποὺ διοικοῦσε τὶς γαλλικὲς δυνάμεις στὸ Μοριά, ἀνήγγειλε στὴ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ πὼς ἡ  «κατοχή» (occupation)  τῆς Πελοποννήσου, θὰ συνεχιζόταν, καὶ πὼς ἡ Καλαμάτα δὲν θὰ παραδινόταν σὲ στρατεύματα ἑλληνικά. Συνακολούθως οἱ Γάλλοι ἄρχισαν νὰ ἐγκαθιστοῦν νέες, τῆς δικῆς τους ἐπιλογῆς, ἀρχὲς στὴν πόλη αὐτή·  μετὰ ἄρχισαν νὰ προελαύνουν πρὸς τὰ βόρεια, καὶ ἐπιχείρησαν νὰ καταλάβουν τὴν Πάτρα. Ἀφοῦ ἀπέτυχαν σ’ αὐτό,  στράφηκαν πρὸς τὰ ἀνατολικὰ καὶ μπῆκαν στὸ Ναύπλιο· καὶ μετά, γιὰ ἀφορμὴ ἀσήμαντη, κατέσφαξαν 300 ἄτομα στὸ Ἄργος, ἐπειδὴ τοὺς θεώρησαν ὁπαδοὺς τοῦ Κολοκοτρώνη, ἄρα ρωσόφιλους.
Στὸ μεταξύ, ὁ γαλλόφιλος Κωλέττης, πρῶτα ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴ  «Διοικητικὴ Ἐπιτροπή» καὶ μετὰ στράφηκε ἐναντίον τοῦ Αὐγουστίνου Καποδίστρια καὶ τοῦ Κολοκοτρώνη. Ἡ ἀναταραχὴ ποὺ ἐπακολούθησε ἔτεινε νὰ πάρει διαστάσεις ἐμφύλιου πόλεμου· ἡ ἀπροθυμία ὅμως τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ πολεμήσει ἀποτελεσματικὰ τὸν Κωλέττη καὶ τοὺς Ρουμελιῶτες του –καὶ φυσικὰ νὰ ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς Γάλλους ποὺ τοὺς ὑποστήριζαν - ἐπέτρεψε στὸν Κωλέττη νὰ μπεῖ, τὸν Μάρτιο τοῦ 1834, θριαμβευτικῶς στὸ Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε, καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ ἐξουσιαστικῶς. Ὁ Αὐγουστῖνος παραιτήθηκε καὶ ἔφυγε στὴν Κέρκυρα συναποκομίζοντας τὴ σορὸ τοῦ ἀδελφοῦ του.
Ὅπως ἤδη ἐπισημάνθηκε, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας εἶχε προετοιμάσει, τὴν ἀνάρρηση τοῦ πρίγκηπα Ὄθωνα τῆς Βαυαρίας, στὸν ἑλληνικὸ θρόνο. Δυσπιστώντας ὅμως οἱ φιλελεύθερες Δυνάμεις τῆς Δύσης πρὸς τὶς ἐπιλογὲς τοῦ μακαρίτη πιὰ Κυβερνήτη, ἐπέβαλαν τὴ μέχρι τὴν ἐνηλικίωση τοῦ νεαροῦ βασιλιᾶ, ποὺ θὰ γινόταν στὶς 20 Μαίου 1834 (π.ἡ.) ἄσκηση τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τριμελῆ ἐπιτροπὴ ἀντιβασιλείας. Πρόεδρος τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ κόμης Josef Ludwig von Armansperg,  φιλελεύθερος, καὶ συνεπῶς ἀγγλόφιλος. Τὶς διαθέσεις του, τὶς ἔδειξε εὐθὺς μετὰ τὴν ἄφιξή του στὴν Ἑλλάδα, ὁπότε ἀπροκάλυπτα καὶ ἑκουσίως μεταβλήθηκε σὲ ὄργανο τῆς βρεταννικῆς πρεσβείας στὴ δική μας χώρα. Ἡ Ἀγγλία πράγματι, ἐθεώρει τὴν ἀπόλυτον αὐτοτέλειαν αὐτῆς [τῆς Ἑλλάδος] ἀπὸ πάσης ρωσικῆς ἐπιρροῆς ὡς ὅρον ἀπαραίτητον τῆς πολιτικῆς της. Παράλληλα, τὸ ἄλλο ὑπολογίσιμο μέλος τῆς ἀντιβασιλείας, ὁ Georg Ludwig von Maurer, συνδέθηκε μὲ τὴν Γαλλία, ποὺ τότε συνέπλεε, ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολή, μὲ τὴ Μεγάλη Βρεταννία (τὸ τρίτο μέλος, ὁ ὑποστράτηγος Wilhelm von Heideck, δὲν ἤτανε πρόσωπο πολιτικῶς σημαντικό).
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀπὸ τὴν ἀντιβασιλεία ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας στὴν καθημαγμένη Ἑλλάδα, ὑπῆρξε μιὰ γερὴ τρικλοποδιά τῶν φιλελεύθερων Δυτικῶν Δυνάμεων, Βρεταννίας καὶ Γαλλίας, στὴν ὅλη ὑπόθεση τῆς ἀνάρρησης τοῦ Ὄθωνα στὸν θρόνο τῆς Ἑλλάδας. Αὐτὸς, ἦταν Γερμανὸς καὶ ἐπιλογή, ὅπως ἀναφέρθηκε, τοῦ Καποδίστρια. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, μποροῦσαν νὰ ἀποδειχθοῦν καταστροφικὰ γιὰ τὰ συμφέροντα, ἰδίως τῆς Μεγάλης Βρεταννίας -ὅπως καὶ τελικὰ ἔγινε.
Ἔτσι ἡ θέσπιση «ἐπιτροπῆς ἀντιβασιλείας» ἔδινε στὶς δύο ἀστικὲς Δυνάμεις τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσαν νὰ ἐξοντώσουν τὸν κυριότερο, τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὴν Ἑλλάδα, ἀντίπαλό τους, δηλαδὴ τοὺς ρωσόφιλους· καὶ ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας στὴν ὁποία σχετικῶς ἀποδύθηκαν ὑπῆρξε ἡ περίφημη «Δίκη Κολοκοτρώνη».
Ὅσοι ἕως τώρα ἄχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα αὐτό, προσπαθοῦν νὰ ἀποδείξουν εἴτε πὼς ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν ἀθῶος, εἴτε ὅτι ὑπῆρξε ἔνοχος. Τελικὰ τί μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ σχετικῶς;  Ἀθῶος ἤ ἔνοχος ὁ Γέρος;
Καὶ πάλι, ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ μπορεῖ κανεὶς ἐν προκειμένῳ νὰ δώσει, εἶναι ἐκείνη τῶν μεσαιωνικῶν φιλοσόφων: «sic et non» (ναὶ καὶ ὄχι).  Τὸ ὅτι ὑπῆρξε συνομωσία σὲ βάρος τῆς Ἀντιβασιλείας, εἶναι κάτι ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορριφθεῖ. Τὸ ὅτι ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὁ Γέρος εἶχε δίκιο πού, ἐπικεφαλῆς τῶν ρωσόφιλων καθὼς ἦταν, ἐπιχείρησε νὰ προκαλέσει τὴν ἄμεση ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Ὄθωνα καὶ πάλι εἶναι κάτι μὲ τὸ ὁποῖο μόνο λόγῳ πολιτικῆς- ἰδεολογικῆς τοποθέτησης, μπορεῖ νὰ μὴ συμφωνήσει κανείς. Ἡ Δίκη τοῦ Κολοκοτρώνη ἐν ὀλόγοις, ὑπῆρξε ζήτημα ὄχι νομικὸ ἀλλὰ καθαρὰ πολιτικό, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει κατὰ βάθος, μὲ ὅλα τὰ μεγάλα νομικὰ θέματα. Qui fait la loi? ( ποιὸς κάνει τὸ νόμο), ὅπως λένε καὶ οἱ Γάλλοι, ὅταν θέλουνε νὰ ρωτήσουνε ποιὸς ἔχει τὴν ἐξουσία. Μία βραχύτατη λοιπὸν ἀναδρομή, στὰ τότε γεγονότα, μπορεῖ νὰ ἀποδειχτεῖ πειστική· Κι αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ γίνει τώρα.
Ὅπως ἤδη ἐπισημάνθηκε, ὁ Κολοκοτρώνης δίσταζε νὰ ἔρθει σὲ ἔνοπλη σύγκρουση μὲ τὴ γαλλικὴ ταξιαρχία στὸ Μοριά, ἡ ὁποία μετὰ τὴν πτώση τοῦ Καρόλου Ι, εἶχε πιὰ ἀπροκαλύπτως μεταβληθεῖ,  σὲ στρατὸ κατοχῆς·  καὶ φυσικά, αὐτὸ τὸ στράτευμα ὑποστήριζε τὸν Ἰωάννη Κωλέττη καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. Ἐπιπλέον, τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν ἐπιτροπὴ ἀντιβασιλείας συνόδευε, ὅταν  ἔφτασαν στὸ Ναύπλιο, στὶς 25 Ἰανουαρίου 1833, (π.ἡ.) ἰσχυρὸ βαυαρικὸ στράτευμα, ποὺ φυσικὰ κι αὐτὸ θὰ ὑποστήριζε τὶς κατεστημένες ἀρχές. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Γέρος, μιὰ χαρὰ καταλάβαινε τὸν διωγμὸ, ποὺ ἔμελλε ἀμέσως μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Ὄθωνα νὰ ὑποστεῖ, ἔσπευσε νὰ κάνει δυὸ κινήσεις ἐνδεικτικὲς τῶν συμβιβαστικῶν προθέσεών του: α) Παρέδωσε στὴ νέα ἐξουσία τὸ φρούριο τῆς Καρύταινας ποὺ εἶχε μὲ δικά του ἔξοδα ἐπισκευάσει, ὥστε νὰ δημιουργήσει βάση ἐπιχειρήσεων κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἰμπραΐμ· καὶ β) ἔγραψε, πάνω σὲ ρωσικὸ πολεμικὸ σκάφος, ἐπιστολὴ στὸν ὑπουργὸ  Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας, κόμη  Karl Nesselrode,  ἐπιστολὴ, στὴν ὁποία ἔπαιρνε θέση κατὰ τοῦ ὅλου καθεστῶτος τῆς ἀντιβασιλείας. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἄν καὶ προωθήθηκε ἀνεπίσημα, οὐσιαστικῶς ἀπευθυνόταν στὸν ἴδιο τὸν Αὐτοκράτορα Νικόλαο Α’· καὶ πράγματι, γρήγορα τοῦ ἐπιδόθηκε. Ἐπιπλέον ὁ Nesselrode ἐσπευσε νὰ ἀπαντήσει ἐκ μέρους τοῦ ἴδιου τοῦ Τσάρου στὸν Κολοκοτρώνη: Σὲ αὐτὴν, δινόταν στὸ Γέρο ἡ διαβεβαίωση τῶν εὐμενῶν διαθέσεων τοῦ Νικολάου Α’ πρὸς τὸν ἴδιο εἰδικῶς καὶ τὴν Ἑλλάδα γενικότερα, τὴν ὁποία ἕνωνε μὲ τὴ Ρωσία, τὸ κοινὸ θρήσκευμα, ἀλλὰ παράλληλα γινόταν καὶ ἡ σύσταση ὑπακοῆς στὸ βασιλιᾶ Ὄθωνα καὶ τὴν κυβέρνησή του.
Τόσο ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Κολοκοτρώνη ὅσο καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Nesselrode δὲν εἶχαν τίποτε τὸ ἐπιλήψιμο. Τὸ θέμα ὅμως δὲν ἦταν αὐτό: Τὸ ζήτημα πράγματι ἦταν, ὅτι βασικὸς στόχος τῆς ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα ρωσικῆς πολιτικῆς εἶχε πιὰ τεθεῖ, ἡ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ γρήγορη ἐνηλικίωση τοῦ Ὄθωνα· ἐνῶ ἡ Βρεταννία καὶ ἡ Γαλλία ἀπέβλεπαν ἀκριβῶς στὴν καθυστέρηση, καὶ εἰ δυνατόν, δραστικὴ ἀναβολὴ τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μὲν ρωσικὴ πλευρὰ προσδοκοῦσε τὴ μεταστροφὴ τοῦ Ὄθωνα ἀπὸ τὸν ρωμαιοκαθολικισμό, στὴν Ὀρθοδοξία, ἐνῶ οἱ Ἀγγλογάλλοι ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουνε τὸ ἐνδεχόμενο αὐτό. Ἔτσι, ἡ πρωτοβουλία τοῦ Κολοκοτρώνη ἔπαιρνε διαστάσεις αὐτόχρημα στασιαστικές· καὶ πράγματι ἡ μυστικὴ ἑταιρεία  «Φοῖνιξ»,  συνέχεια τοῦ ἀθέατου πυρήνα τῆς Φιλικῆς, ἡ ὁποία εἶχε καθοριστικῶς συμβάλει στὴν ἔλευση τοῦ Καποδίστρια στὴ χώρα μας, ἐνεργοποιήθηκε ξανὰ καί,  ὅπως φαίνεται, ἄρχισε νὰ προετοιμάζει ἔνοπλο κίνημα.
Οἱ προετοιμασίες, στὶς ὁποῖες δὲν συμμετεῖχε ἐνεργὰ ὁ Κολοκοτρώνης, ἀλλὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνονταν ἐν ἀγνοίᾳ του, ἄρχισαν νὰ παίρνουν μορφὴ οὐσιώδη τὴν ἄνοιξη τοῦ 1833. Σκοπὸς ἤτανε ἡ ἀνατροπὴ ὅχι τοῦ καθεστῶτος ἀλλὰ τῆς κυβέρνησης, δηλαδὴ τῆς ἀντιβασιλείας· ὁπότε αὐτὴ ἡ τελευταία προχώρησε, τὸν Σεπτέμβριο ἐκείνης τῆς χρονιᾶς, στὴ σύλληψη τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Δημήτριου Πλαπούτα, ποὺ εἶχε θεωρηθεῖ βασικὸς συνεργάτης του. Τὸ κατηγορητήριο τοὺς κοινοποιήθηκε σχεδὸν μισὸ χρόνο ἀργότερα, στὶς 9 Μαρτίου 1834·  ἡ δίκη ἄρχισε στὸ Ναύπλιο, στὶς 30 Ἀπριλίου· καὶ εἰσαγγελέας εἶχε ὁριστεῖ ὁ Βρεταννὸς Masson,  γνωστὸς γιὰ τὰ «ἐναντίον τῶν κατηγορουμένων αἰσθήματά του».
Masson, ἄς ἐπαναληφθεῖ αὐτό – δὲν ἦταν τυχαῖο πρόσωπο. Ὑπῆρξε διερμηνέας τοῦ Cochrane, ποὺ ὅπως τονίστηκε, εἶχε σταλεῖ ἀπὸ ἀγγλοϊουδαίους τραπεζίτες τοῦ Λονδίνου, γιὰ νὰ τερματίσει καταστροφικῶς γιὰ τοὺς Ἕλληνες (καὶ ἰδίως τὸ ναυτικό τους) τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Εἶχε προσπαθήσει παθιασμένα νὰ σώσει τὸν Γεώργιο Μαυρομιχάλη, φονιὰ τοῦ Καποδίστρια, ποὺ εἶχε καταφέρει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ λυντσάρισμα τοῦ Λαοῦ·  καὶ ἐπιπλέον ἔπνεε μένεα κατὰ τοῦ Κολοκοτρώνη: Ἐφόσον αὐτὸς ὁ τελευταῖος εἶχε διατελέσει ἀξιωματικὸς ἀγγλικοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, μὲ ποιὸ δικαίωμα σταθερῶς ἐκδηλωνόταν ὑπὲρ Ρωσίας;


Ὁ πολιτικὸς χαρακτήρας τῆς δίκης, ἄλλωστε, φανερώθηκε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς – μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ὅλη ὑπόθεση νὰ μεταβληθεῖ σὲ δικανικὴ καὶ λεκτικὴ μονομαχία, μεταξὺ τοῦ Βρεταννοῦ εἰσαγγελέα καὶ τοῦ προέδρου τοῦ πενταμελοῦς δικαστηρίου, Ἀναστάσιου Πολυζωΐδη. Ὁ δεύτερος ἦταν πασίγνωστος λόγῳ τῶν σφοδρῶν δημοσιογραφικῶν ἐπιθέσεών του κατὰ τοῦ Καποδίστρια,  ποὺ εἶχαν ἀνοίξει τὸ δρόμο στὸ τραγικὸ τέλος τοῦ Κυβερνήτη· ὡστόσο παραμένει ἄγνωστο τί ἀκριβῶς τὸν ἔκανε νὰ ἀλλάξει πολιτικὸ στρατόπεδο καὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τοὺς ἐπικεφαλῆς τῶν Ναπαίων (ὅπως ἀποκαλοῦνταν τότε οἱ ρωσόφιλοι). Θερμὸ συμπαραστάτη πάντως βρῆκε γρήγορα στὸ πρόσωπο τοῦ δικαστῆ Γεώργιου Τερτσέτη, ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο, γυιὸ Ἰταλοῦ πατέρα, καὶ Ἑλληνίδας μάνας. Ὅ,τι πάντως προέκυψε ἀπὸ τὴν «ἀκροαματικὴ διαδικασία» ἦταν τὸ ἕωλο τῆς κατηγορίας –κυρίως ὡς πρὸς τὸ Γέρο - ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐπὶ μέρους, ἀλλὰ τὸ βάσιμο αὐτῆς τῆς τελευταίας ὅσον σχετικῶς μὲ τὴν ὀργάνωση συνομωσίας κατὰ τῆς ἀντιβασιλείας μὲ ἔμμεση ἀλλὰ σαφῆ ρωσικὴ ὑποστήριξη. Ὁπότε, ὁ μὲν Masson  ἀπαίτησε τὴν θανατικὴ καταδίκη τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα, ἀλλὰ ὁ Πολυζωΐδης καὶ ὁ Τερτσέτης, τὴν ἀθώωσή τους. Λόγω τοῦ ὅτι, οἱ ἄλλοι τρεῖς δικαστὲς συντάχθηκαν μὲ τὴν ἄποψη τοῦ εἰσαγγελέα, ὁ Πολυζωΐδης ἔπρεπε νὰ ὑπογράψει καὶ νὰ ἀπαγγείλει τὴν κατὰ πλειοψηφία ἀπόφαση· αὐτὸ ὅμως μὲ τὴ δραστικὴ συμπαράσταση τοῦ Τερτσέτη, ἀρνήθηκε νὰ τὸ κάνει. Ὁπότε ἐπακολούθησαν οἱ γνωστὲς γραφικὲς σκηνές, ἤδη «κοινὸς τόπος» τοῦ δημόσιου βίου τῶν Νεοελλήνων: Ὁ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, Κωνσταντῖνος Σχινᾶς, Φαναριώτης, καὶ κατὰ συνέπεια, ἀγγεῖο τοῦ Σατανᾶ, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τοῦ Καποδίστρια,  πῆγε ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει, φορώντας μάλιστα καὶ τὴ μεγάλη του στολή, στὸ δικαστήριο, γιὰ νὰ ἐπισημάνει στοὺς δύο δικαστὲς πὼς ἡ ἄρνησή τους, νὰ ὑπογράψουν τὴ θανατικὴ καταδίκη, συνιστοῦσε «παρανομία». Τὰ νομικὰ επιχειρήματα ὅμως,τοῦ Φαναριώτη ὑπουργοῦ, δὲν ἔπεισαν οὔτε τὸν Πολυζωΐδη οὔτε τὸν Τερτσέτη· ὁπότε μπῆκαν σὲ ἐνέργεια ἄλλα μέσα ποὺ παραμένει ἄγνωστο κατὰ πόσο προβλέπονταν ἀπὸ τὴν δικονομία τῆς ἐποχῆς. Μοίραρχος τῆς Χωροφυλακῆς, συγκεκριμένα, εἰσέβαλε στὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου ἐπικεφαλῆς «ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ἀνδρῶν», οἱ ὁποῖοι μὲ προτεταμένες  τὶς  ξιφολόγχες, ἔφεραν περίπου «σηκωτούς»τοὺς δυὸ δικαστὲς στὴν αἴθουσα, γιὰ νὰ «παραστοῦν» στὴν ἐκεῖ ἀνάγνωση τῆς ἀπόφασης - ἀφοῦ πρῶτα ἀπὸ τὸ πολὺ τραβολόγημα –τοὺς ἔσκισαν καὶ τὰ ροῦχα. Ἀμέσως μετὰ ὁ Masson,  ἄσκησε ποινικὴ δίωξη ἐναντίον αὐτῶν τῶν δύο -ἔχοντας ὑπόψη του «τὰ ἄρθρα 453 καὶ 480 τοῦ ποινικοῦ κώδικα»… καὶ ἄλλα τέτοια διάφορα καὶ πολλά.
Βέβαια, σημασία δὲν ἔχουνε, οὔτε τὰ ἐν λόγῳ ἄρθρα τοῦ «ποινικοῦ κώδικα» οὔτε τὰ ὑπόλοιπα νομικά paraphernalia. Σημασία ἔχουν οἱ πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ μόνο αὐτές·  καὶ τὸ παιχνίδι ποὺ ἐν προκειμένῳ παίχτηκε, παρουσιάζει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἕνα μήνα πράγματι ἀφότου πιάστηκε ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ τότε πρωθυπουργός, Σπυρίδων Τρικούπης, μετριοπαθὴς ἀγγλόφιλος, παραιτήθηκε –σὲ «ἔνδειξη διαμαρτυρίας» -καὶ σχεδὸν ἀμέσως τοποθετήθηκε στὴν ἐξαιρετικὰ ἄνετη, οὐσιαστικῶς προνομιοῦχον, θέση τοῦ πρασβευτῆ τῆς Ἑλλάδας στὸ Λονδῖνο. Τὸν διαδέχτηκε ὁ Ἀλ. Μαυροκορδᾶτος, σκεῦος τοῦ σατανᾶ  χαρακτηριστικὸ (πάντα κατὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια)· καὶ ἐπὶ τῆς δικῆς του πρωθυπουργίας ἔγιναν ὅσα ἔγιναν, γραφικὰ ἤ μὴ, κατὰ τὴ δίκη τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα. Το θέμα ὅμως ἤτανε, καθὼς τελείωνε ἡ δίκη, τὸ ποιὸς θὰ ἐκτελοῦσε τὴ θανατικὴ καταδίκη. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἦταν ποὺ ἐκδηλώθηκε ἡ διπλωματικὴ μαεστρία τῶν Βρεταννῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων τους.  Ὁ Μαυροκορδᾶτος παραιτήθηκε, στὶς 30 Μαΐου 1834, ἀπὸ τὴν πρωθυπουργία, ἐπειδὴ διαφωνοῦσε μὲ τὴ θανάτωση τοῦ Γέρου·  καὶ τελικῶς τὸν διαδέχτηκε ὁ Ἰωάννης Κωλέττης, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤτανε προθυμότατος νὰ στείλει τοὺς Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα,στὴ λαιμητόμο.
Ἔχει ἤδη τονιστεῖ: Πάντοτε ἡ Ἀγγλία χτυπάει μὲ χέρι ἄλλου. (Ὅ,τι ἔγινε δηλαδὴ στὴ χώρα μας καὶ κατὰ τὴν περίοδο 1915-1917).
Τελικῶς, μπῆκε στὴ μέση ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς ὁ ὁποῖος, παρὰ τὸ ὅτι ἦταν ἀνήλικος, μετέτρεψε τὴν ποινὴ σὲ εἰκοσαετῆ κάθειρξη, δηλαδὴ σὲ ἰσόβια. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, ὄχι ἐπειδὴ οἱ «ἀντιβασιλεῖς» καὶ ἡ κυβέρνηση τοῦ Κωλέττη σεβάστηκαν τὶς πρὸς τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων ὑπηρεσίες τῶν δύο ἡρώων τῆς Ἐπανάστασης, ἀλλὰ γιατὶ ἔγινε δραστικὴ παρέμβαση τοῦ  Gavriil Antonovich Katakazi, τότε πρεσβευτῆ τῆς Ρωσίας στὴν Ἑλλάδα. Αὐτός, πράγματι, ἐπισκέφτηκε στὶς 28 Μαΐου κιόλας, τὸν ἴδιο τὸ Μαυροκορδᾶτο, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ πρωθυπουργὸς ἤτανε καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν,καὶ τοῦ ἀποκάλυψε, τὴ δυσαρέσκεια ποὺ θὰ προξενοῦσε, ἡ θανατικὴ καταδίκη τῶν δύο ἡρώων στὸν Τσάρο Νικόλαο Β᾿. Ὁ Μαυροκορδᾶτος ἔγραψε ἀμέσως στὸν ἴδιο τὸν Ὄθωνα –καὶ φυσικὰ προτίμησε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἔρθει, ἰδίως μετὰ τὰ προηγούμενα στὸν Πόρο, μὲ τὸν Μιαούλη καὶ τὴν ἀνατίναξη τῆς φρεγάτας «Ἑλλάς», σὲ ἀνοιχτὴ σύγκρουση μὲ τὴ ρωσικὴ πολιτική. Φυσικὰ ἀμέσως τοποθετήθηκε στὸ ἐξωτερικό,  σὲ «καλὴ πρεσβεία», συγκεκριμένα στὸ Μόναχο. Στὸ ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, τὸν διαδέχτηκε ἄλλο (ἐπίσης κατὰ τὸν Καποδίστρια) σκεῦος τοῦ σατανᾶ, ὁ Φαναριώτης Ἰάκωβος Ρίζος –Νερουλός. Δεδομένου ὅμως, ὅτι ὁ νέος ἰσχυρὸς ἀνήρ,  ὁ Κωλέττης, θὰ ἦταν πασιχαρής, ἐὰν θανατώνονταν οἱ Κολοκοτρώνης καὶ Πλαπούτας, ὁ Katakazi  συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν Ρίζο-Νερουλό, καὶ τοῦ εἶπε ὅ,τι εἶχε πεῖ στὸν Μαυροκορδᾶτο, ἀλλὰ σὲ ἐντονότερο ὕφος πιά.
Ἔτσι ὁ Ὄθωνας, μὲ δάκρυα στὰ μάτια, ἔπεισε τοὺς ἀντιβασιλεῖς νὰ δώσουνε χάρη στὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Πλαπούτα… καὶ ὁ Γέρος τὴ γλύτωσε.
Τὸ ὅτι τὴ γλύτωσε, δὲ σήμαινε βέβαια ὅτι ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πλαπούτας παρέμειναν φυλακισμένοι ὑπὸ συνθῆκες οἰκτρές· καὶ τότε, τὴ νύκτα τῆς 30ης πρὸς τὴν 31η Ἰουλίου 1834 (π.ἡ.) ἐκδηλώθηκε ἡ ἐξέγερση ποὺ ἀπὸ καιρὸ φοβόταν ἡ ἀντιβασιλεία καὶ οἱ ἄνθρωποί της. Ἀξιωματικοὶ ποὺ εἶχαν ὑπηρετήσει σὲ στρατιωτικὰ σώματα τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ξεσηκώθηκαν ὑπὸ τὸν Γιαννάκη Γκρίτζαλη, ποὺ παλαιότερα εἶχε φυλακιστεῖ μαζὶ μὲ τὸν Γέρο στὸ μοναστήρι τῆς Ὕδρας, κατέλαβε τὴν Ἀρκαδιά (Κυπαρισσία) καὶ αἰχμαλώτισε τὶς ἐκεῖ «πολιτικές, πολεμικὲς καὶ οἰκονομικὲς ἀρχές».
Μετὰ τὴν ἐπιτυχία αὐτή, οἱ ἐπαναστάτες ἐξέδοσαν προκήρυξη ποὺ κυκλοφόρησε σὲ ὁλόκληρη τὴν Πελοπόννησο. Ἡ ἀρχηγία τοῦ κινήματος ἦταν πενταμελής: Τὴν συναποτελοῦσαν οἱ Κόλιας καὶ Μῆτρος Πλαπούτας, ἀνεψιοὶ τοῦ συντρόφου τοῦ Γέρου στὴ φυλακή, Δημήτριου Πλαπούτα,  ὁ προειρημένος Γκρίτζαλης, ὁ γιὰ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς ὑπέργηρος ἀλλὰ θρυλικὸς Μητροπέτροβας, ποὺ εἶχε διαδραματίσει σημαντικὸ ρόλο, κατὰ τὶς πρῶτες κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν ἐχθροπραξίες τὸ 1821, καὶ ὁ Ζερβίνης, ἀνεψιὸς τοῦ Κολοκοτρώνη. (Οἱ Μητροπέτροβας καὶ Γκρίτζαλης ἤτανε, κατὰ τὴν Ἐπανάσταση, συμπολεμιστὲς τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ.)
Ἡ ἐξέγερση γρήγορα ἐπεκτάθηκε ἀπὸ τὴ Μεσσηνία στὴν Ἀρκαδία· καὶ οἱ ἐπαναστάτες ὕψωσαν τὴ σημαία τους, ὅπου ἦταν «ὁ Φοίνικας μὲ στέμμα βασιλικό». Τὸ μήνυμα ἦταν σαφές: Ἐπανασύνδεση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μὲ τὰ ἰδεώδη τῆς ὀργάνωσης ποὺ ἤτανε στὸν πυρήνα τῆς Ἑταιρείας τῶν Φιλικῶν καὶ προσανατολισμὸ τοῦ νεόδμητου βασιλείου πρὸς τὴν ὁμόδοξη Ρωσία -ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἤθελε κι ὁ Καποδίστριας καὶ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τέτοια μοναρχία ἐπιδίωκαν αὐτοὶ οἱ δύο καὶ οἱ ὁπαδοί τους.
Τὸ κίνημα βέβαια θεωρητικῶς ἀπέτυχε. Ὁ διασυρμὸς ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ ὁ Γέρος καὶ ὁ Δ. Πλαπούτας, ἡ ἀδίστακτη θανατική τους καταδίκη καὶ ἡ μετατροπὴ αὐτῆς τῆς τελευταίας σὲ ἰσόβια, εἶχαν μουδιάσει τοὺς παραδοσιακῶς ρωσόφιλους καὶ φανατικῶς Ὀρθόδοξους Μοραΐτες. Ἐπιπλέον, οἱ κοτζαμπάσηδες καὶ οἱ ἐπίγονοί τους, στοὺς ὁποίους εἶχαν δοθεῖ ἀπὸ τὴν ἀντιβασιλεία, ἀξιώματα μὲ παχυλὲς ἀμοιβές, ἔσπευσαν νὰ συνταχθοῦν μὲ τὸ ντοβλέτι, δηλαδή, τὴν ἐξουσία. Τέλος, ἡ κυβέρνηση Κωλέττη, ἔφερε ἄτακτους ἀπὸ τὴ Ρούμελη, ποὺ κατανίκησαν τοὺς ἐπαναστάτες στὶς 9 Αὐγούστου 1834 (π.ἡ.) κοντὰ στὴν Τρίπολη. Λίγες μέρες ἀργότερα, ἡ ἐξέγερση εἶχε φυλλορροήσει καὶ κανένα σῶμα τῶν ἐπαναστατῶν δὲν τολμοῦσε πλέον νὰ παρουσιασθῇ οὔτε στὴν Ἀρκαδία οὔτε στὴ Μεσσηνία. Ἔκτακτο στρατοδικεῖο συστήθηκε ἀμέσως, καὶ ἐπέβαλε  θανατικὲς καταδίκες σωρηδόν, ποὺ τελικῶς ἔμειναν ἀνεκτέλεστες ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Γιαννάκη Γκρίτζαλη.
Ἡ γρήγορα καταστολὴ τῆς κολοκοτρωναίικης ἐξέγερσης, τεκμηριώνει τὴν ἄποψη πὼς ἡ καθυστερημένη ἔκρηξή της, ὀφειλόταν σὲ προβοκάτσια. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Κωλέττη δηλαδή, ἐξοργισμένοι ποὺ εἶχε ματαιωθεῖ ἡ θανάτωση τοῦ Γέρου, ὑποκίνησαν τοὺς ὁπαδούς του νὰ ξεσηκωθοῦν, ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι, ἀφενός, αὐτοὶ οὕτως ἤ ἄλλως ἤτανε ἕτοιμοι νὰ πάρουν τὰ ὅπλα ἀλλὰ καὶ ὅτι, ἀφετέρου, τὸ κίνημα μικρὲς πιθανότητες ἐπιτυχίας εἶχε, ἐφόσον οἱ φυσικοὶ καὶ θρυλικοὶ Ἀρχηγοί του παρέμεναν φυλακισμένοι στὸ Ναύπλιο. Καὶ ἀκόμη εἴχανε τὴν ἐλπίδα,  πὼς λόγῳ τῆς καθυστερημένης ἐπανάστασης θὰ ἔπεφτε τὸ κεφάλι τοῦ Κολοκοτρώνη.
Αὐτὸ δὲν ἔγινε· μόλις ὁ Ὄθωνας ἐνηλικιώθηκε, στὶς 20 Μαΐου 1835, ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ κοινωνικῶς ἀποκατέστησε τοὺς Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα. Καὶ μετά –παρὰ τὸ ὅτι, παρέμεινε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του καθολικός -ἀκολούθησε τὴν πολιτικὴ τοῦ Γέρου καὶ τοῦ Καποδίστρια. Εἶναι γνωστὸ ὅτι κατὰ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο (1853-1856) ἡ Ἑλλάδα συμπαρατάχθηκε μὲ τὴ Ρωσία· ὁπότε οἱ Ἀγγλογάλλοι κατέλαβαν πρῶτα τὸν Πειραιὰ καὶ ὕστερα τὴν Ἀθήνα καὶ -σὲ φριχτὸ πρελούδιο ἐκείνων ποὺ ἔμελλε νὰ γίνουν στὴν πρωτεύουσά μας καὶ τὸ ἐπίνειό της τοὺς χειμῶνες τῶν ἐτῶν (1916-1917 καὶ 1941-1942) προκάλεσαν χολέρα, ποὺ ἀποδεκάτισε τοὺς Ἀθηναίους τότε. Μετὰ ἀπὸ πιέσεις τῆς γαλλικῆς πρασβείας στὴ χώρα μας, πράγματι, χαλάρωσαν τὰ ὑγειονομικὰ μέτρα ποὺ παραδοσιακῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς λαμβάνονταν στὰ ἑλληνικὰ λιμάνια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκληθεῖ ὁ λοιμός, τὸν ὁποῖον διάφοροι γραφικοὶ ἀρχαιολάτρες ἔσπευσαν νὰ παραλληλίσουν μὲ τὴ μολυσματικὴ νόσο ποὺ εἶχε πλήξει τὴν Ἀθήνα, στὶς ἀρχὲς τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου.
Τὸ πνεῦμα τοῦ Φοίνικα τὸ εἶχε πλήρως ἐνστερνιστεῖ ὁ πρῶτος βασιλιὰς τῆς Ἑλλάδας. Γιὰ αὐτὸ καί, ὅταν τὰ ἀγγλόφιλα καὶ γαλλόφιλα, ἐν ὀλίγοις ἀστικὰ κοινωνικὰ στρώματα τὸν ἀνέτρεψαν τὸ 1862, οἱ Βρεταννοὶ ἰθύνοντες, οὔτε κἄν προσπάθησαν νὰ κρύψουνε τὸν ἐνθουσιασμό τους:  Ὁ βασιλιὰς δὲν εἶχε στέρξει νὰ ἀκολουθήσει τὶς «συμβουλές» ποὺ «ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν» ἀφειδῶς τοῦ παρεῖχαν, οἱ πρεσβευτὲς τῆς Μεγάλης Βρεταννίας στὴν Ἀθήνα· ἄρα οἱ Ἕλληνες πολὺ ὀρθῶς τὸν εἴχανε ἀνατρέψει…
Ὁ Φοίνικας στὸν Κ’ αἰώνα
Ἡ ὑποστολὴ τῆς σημαίας μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ἔγινε, ὅταν οἱ ναῦτες τοῦ Ρωσικοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἀποφασιστικῶς συνέβαλαν στὴν ἐπικράτηση τῶν Μπολσεβίκων τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1917 (π.ἡ), στὴν Πετρούπολη. Ἡ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους, αἱματηρὴ καταστολὴ τῆς ναυτικῆς ἐξέγερσης στὴν Κροστάνδη, λίγα χρόνια ἀργότερα, τὸν Μάρτιο τοῦ 1921, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἱστορικὴ ἀνταπόδοση, μορφὴ Νέμεσης, γιὰ τὰ γεγονότα τοῦ 1917.
Στὸ μεταξὺ ὁ Φοίνικας, ἀντανάκλαση τῆς σημαίας μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, πάνω στὴν Ἑλλάδα, εἶχε ἐπίσης ἐξαφανιστεῖ. Τὸν Ὄθωνα, βασιλιὰ ποὺ ἀγάπησε τὴ χώρα μας περισσότερο καὶ ἀπὸ τοὺς αὐτόχθονες, εἶχε διαδεχτεῖ ὁ Γεώργιος Α’, διαφορετικὸς τύπος ἀνθρώπου. Καὶ αὐτὸς ὅμως, καθὼς προσπαθοῦσε νὰ παγιώσει τὴν ἑλληνικὴ κυριαρχία στὴ Θασσαλονίκη, εἶχε τραγικὸ, ὡς γνωστόν, τέλος: Δολοφονήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, τὸν Μάρτιο τοῦ 1913 –καὶ τὸ παρασκήνιο τοῦ θανάτου του, παραμένει ἄγνωστο. Ὁ γυιὸς καὶ διάδοχός του, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ ξαναφέρει τὴ χώρα μας, κοντὰ στοὺς φυσικούς της συμμάχους, Ρωσία καὶ Γερμανία, εἶχε ἐπίσης τραγικὸ τέλος: Πέθανε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1923, ἀπὸ ἀζωθαιμία, στὴν μπανιέρα ἑνὸς ξενοδοχείου, στὸ Παλέρμο τῆς Σικελίας.  Ἡ μακρὰ περίοδος δημοκρατικῶν ἀναστατώσεων ποὺ ἐπακολούθησαν, ἐπέφεραν τὴν παλινόρθωση τῆς βασιλείας, στὸ πρόσωπο τοῦ Γεωργίου Β’, γιοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, αὐτὴν τὴ φορά· καὶ αὐτὸς βρῆκε θερμὸ μὰ καὶ ἱκανὸ συμπαραστάτη στὸ ὅλο ἔργο του, τὸν Ἰωάννη Μεταξᾶ, διεθνῶς ἐγνωσμένης στρατιωτικῆς ἰδιοφυΐας. Καὶ οἱ δυό τους, Γεώργιος Β’καὶ Μεταξᾶς, ἤτανε γερμανόφιλοι. Οἱ πυρῆνες ἐξουσίας ὅμως, ποὺ εἴχανε ὀργανώσει τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια, καὶ τὴν παραλίγο θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ Κολοκοτρώνη, τοὺς κράτησαν δέσμιους στὸ ἅρμα τῆς Μεγάλης Βραταννίας. Καὶ ἔτσι, ὁ μέν Μεταξᾶς πέθανε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1941, ἀπὸ ἀπόστημα παραμυγδαλικόν, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς Γεώργιος Β’, ἐξυπακούεται αἰφνιδίως, τὴν 1η Ἀπριλίου 1947 –σὲ ἡλικία μόλις 57 ἐτῶν.
Στὸ μεταξὺ εἶχε μεσολαβήσει ἡ Κατοχή· καὶ τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ ὁ Φοίνικας ξαναγεννήθηκε ἀπὸ τὶς στάχτες του. Πράγματι ἐμφανίστηκε – καὶ μάλιστα καθόλου σποραδικῶς –σὲ  σφραγίδες φορέων τόσο πολιτικῶν ὅσο καὶ στρατιωτικῶν. Ὑπῆρξε πράγματι, τὸ ἐπίσημο ἔμβλημα τοῦ ΕΑΜ –ΕΛΑΣ.
Ἡ ἐπανεμφάνιση αὐτή, πραγματικὴ ἀνάδυση ἀπ’ τὶς στἀχτες τοῦ Θ’ αἰώνα, τι σήμαινε; Ὑπῆρξε γεγονὸς τυχαῖο ἤ μήπως ἀποτελοῦσε εἶδος μηνύματος; Καὶ τὸ κυριότερο: Πῶς συμβιβάζεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Φοίνικα πάνω σὲ σφραγίδες τοῦ ἀριστεροῦ ρεύματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης καὶ ἡ στὴ συνέχεια, ἀπὸ τὴν 21η Ἀπριλίου 1967 καὶ μετά, ἐπανακαθιέρωσή του σὲ ἐπίπεδο ἐθνόσημου;


Σύγχρονος ἐρευνητὴς ἔχει ἀποδώσει τὸ φαινόμενο ἐναλλακτικῶς σὲ δύο  αἰτίες: α) Εἴτε ὁ μακεττίστας τοῦ στρατιωτικοῦ καθεστῶτος εἶχε «πολὺ χιοῦμορ»· ἤ β) ἀγνοοῦσε τὴν Ἱστορία –καὶ κατὰ συνέπεια δὲν ἤξερε τι ἔκανε. Μποροῦν αὐτὰ νὰ γίνουν ἀποδεκτά;
Ἡ διατύπωση τῆς πρώτης ὑπόθεσης ἐπιφέρει τὴν ipso facto ἀπόρριψή της: Οἱ  Νεοέλληνες δὲν ἔχουνε χιοῦμορ –καὶ οἱ περιπτώσεις τῶν Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καὶ Ἐμμανουήλ Ροΐδη δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν παρὰ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις στὸ μαῦρο πέλαγος τῆς συμβατικότητας καὶ τοῦ κομφορμισμοῦ ποὺ ἀποτελεῖ ὁ δημόσιος (καὶ ἰδιωτικὸς) βίος στὴ Νεώτερη καὶ Σύγχρονη Ἑλλάδα. Ἄρα μένει ἡ δεύτερη ὑπόθεση: Ὁ μακεττίστας τῆς «χούντας» ἀγνοοῦσε τὴν Ἱστορία γενικῶς, καὶ ἐκείνη τοῦ Φοίνικα ἰδιαιτέρως.
Αὐτὸ φαίνεται λογικό: Ὁ μέσος ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται κυρίως -ἄν ὄχι ἀποκλειστικῶς –γιὰ τὴν πρακτικὴ πλευρὰ τῶν πραγμάτων. Τι τὸν ἔνοιαζε κατὰ συνέπεια, τὸν καλλιτέχνη ποὺ ἔκατσε καὶ ζωγράφισε τὸ «πουλὶ τῆς χούντας» ἡ ἱστορία τοῦ Φοίνικα; Ἦταν σὲ θέση αὐτὸς νὰ ξέρει ἤ νὰ θυμᾶται πὼς ὁ Φοίνικας ἤτανε τὸ σύμβολο τῆς Ἐπανάστασης τοῦ Ὑψηλάντη στὴ Μολδοβλαχία, τοῦ Καποδίστρια κατὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν ρωσόφιλων τοῦ Κολοκοτρώνη; Μποροῦσε νὰ ἔχει ἐπίγνωση τοῦ -ἀκατάλυτου – δεσμοῦ ποὺ ἕνωνε τὸν ἑλληνικὸ Φοίνικα μὲ τὸν ρωσικὸ Σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα;
Κατὰ πᾶσα πιθανότητα, ὄχι· ἄρα ἡ δεύτερη ὑπόθεση (ἄγνοια) πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἡ  σωστή. Καὶ ὅμως… ὑπάρχουνε γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ληφθοῦν ὑπόψη, ἀνατρέπουνε καὶ αὐτὴν τὴν ἄποψη. Τὸ καθεστώς, πράγματι, ποὺ ἐπέβαλε στὴ χώρα μας ἡ τριανδρία τῶν Γεώργιου Παπαδόπουλου, Στυλιανοῦ Παττακοῦ καὶ Νικόλαου Μακαρέζου ὑπῆρξε τὸ περισσότερο ἐθνικιστικὸ στὴν Ἱστορία τῆς Σύγχρονης Ἑλλάδας· ἐπιπλέον, ὑπῆρξε τὸ μόνο ποὺ προχώρησε σὲ κινήσεις, τὶς ὁποῖες καμία ἄλλη πολιτικὴ κατάσταση εἴτε πρίν ἀπὸ τὸ 1967 ἤ μετὰ τὸ 1974 δὲν ἀποτόλμησε νὰ κάνει. α) Ἀπέρριψε πρόταση ἐγκατάστασης μόνιμης βάσης τοῦ 6ου Στόλου τῶν ΗΠΑ στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ· β)ἄφησε τοὺς Σοβιετικούς (Ρώσους) νὰ ἔχουνε ἀγκυροβόλιο στὰ νερὰ τῶν Κυθήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπανενεργοποίηση τώρα ἀκριβῶς συζητεῖται·  γ) ἀπέτρεψε τὸ μέσω τοῦ ἑλληνικοῦ ἐναερίου χώρου, ἀνεφοδιασμὸ τῶν Ἰσραηλινῶν κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ Κιπούρ, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1973· καὶ δ) σκόπευε νὰ νομιμοποιήσει, ἤδη κατὰ τὸ 1973, τὸ ΚΚΕ, τὸ ὁποῖο ἄλλωστε ἐκρατήθη μακρὰν ἀπὸ τὰ περίφημα «γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου» ποὺ φαίνεται τὰ θεώρησε προβοκάτσια. Ἀντιθέτως, ἡ ἄνοδος τῆς δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς στὴν ἐξουσία, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1981, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καθοριστικὴ ἐνίσχυση τοῦ ἀμερικανικοῦ ἐλέγχου στὴ χώρα μας· καὶ τὶς συνέπειες τοῦ γεγονότος αὐτοῦ σήμερα πιά, τὶς βιώνουμε ὅλοι μας.
Ὁ προγραμματισμὸς τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς τραγωδίας, βρίσκεται στὴ συνάντηση τοῦ  Churchill μὲ τὸν Στάλιν, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944, στὴ Μόσχα· καὶ ἡ παγίωσή της, στὸ ὅτι ὁ Στάλιν σεβάστηκε τὰ ὅσα συμφωνήθηκαν κατὰ τὴ συνάντηση αὐτή. Στὶς 27 ἐκείνου τοῦ μήνα, πράγματι, περιχαρὴς ὁ Churchill δήλωσε στὸ Λονδῖνο, στὴ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ὅτι ἡ συμφωνία του μὲ τὸν σοβιετικὸ ἡγέτη ἤτανε «πλήρης» (complete agreement). Ἡ ἐν λόγῳ συμφωνία μάλιστα, τόσο πολὺ πλήρης, ὥστε δὲν ἀφοροῦσε μόνο «τὴν Ἑλλάδα, τὴ Ρουμανία, τὴ Βουλγαρία, καὶ τὴ Γιουγκοσλαβία», μὰ καὶ «πέρα ἀπὸ τὰ Βαλκάνια, τὴν Οὐγγαρία». Οἱ Σοβιετικοί ( Ρῶσοι), σεβάστηκαν τὴν συμφωνία αὐτὴν –καὶ οἱ δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ, τὶς ὁποῖες σκόπιμα εὐνοοῦσαν στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς, οἱ Βρεταννοί, ὁδηγήθηκαν ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1944 καὶ μετά, πρῶτα στὴν ἥττα, καὶ μετὰ στὴ βαθμιαία ἀλλὰ γρήγορη πολιτικὴ ἐκμηδένιση.
Τί φοβήθηκε ὁ Στάλιν καὶ ἄφησε τὴν Ἑλλάδα πρῶτα στοὺς Βρεταννοὺς καὶ μετὰ στὶς ΗΠΑ; Βάσει ποιοῦ μηχανισμοῦ, ἡ «μάχη τῆς Ἀθήνας», δόθηκε ἀπὸ τὶς ἐφεδρικὲς δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ, δηλαδὴ πολίτες περιστασιακῶς ἐξοπλισμένους, καὶ ὄχι ἀπὸ μονάδες ἐμπειροπόλεμες, ὁρισμένες ἀπὸ τὶς ὁποῖες παρέμεναν ἀδρανεῖς, πολὺ κοντὰ στὴν Ἀθήνα;
Ἕνα μόνο μπορεῖ μὲ βεβαιότητα νὰ πεῖ κανείς: Ἡ μεγάλη ἑλληνικὴ Τραγωδία τῶν ἐτῶν 1942 -1949 δὲν εἶχε στὴν οὐσία, σχέση μὲ «κομμουνιστὲς καὶ ἐθνικόφρονες». Τὸ θέμα πράγματι ἦταν κατὰ πόσον οἱ Ρῶσοι θὰ ἔβγαιναν μέσω τῆς Ἑλλάδας, καὶ χάρη σὲ αὐτήν, στὴ Μεσόγειο, ὁπότε, σύμφωνα μὲ τὸ δόγμα τοῦ Sir Halford Mackinder, θὰ ἔθεταν οὐσιωδῶς θέμα παγκόσμιας κυριαρχίας τους.
Ὅ,τι δηλαδὴ πῆγε νὰ γίνει καὶ στὴν Ἰσπανία τῶν ἐτῶν 1936-1939, ὁπότε τὸν Φράνκο, ἐγνωσμένο καὶ ἀμείλικτο ἐχθρὸ τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ, τὸν ἔφεραν στὴν ἐξουσία, ἀκριβῶς οἱ Ἐλευθεροτέκτονες…
Κανείς, οὔτε κἄν ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ, δὲν κατάλαβε πῶς ἔγινε αὐτό. Ὅπως καὶ κανένας δὲν ἔχει καταλάβει ἀκόμα πῶς, κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944, οἱ ἰδιοτελεῖς καὶ χαμερπέστεροι συνεργάτες τῶν Γερμανῶν βρεθήκανε ὅλοι τους μὲ ἀγγλικὲς ταυτότητες.
Νά, γιατὶ ἕνας μεγάλος Ἀμερικανὸς στοχαστὴς τοῦ Κ’αἰώνα, ὁ Francis Parker Yockey,  ἀνέλαβε νὰ ἐξηγήσει, ὅτι ὁ κίνδυνος γιὰ τὶς ρίζες τοῦ εὐρωπαΐκοῦ πολιτισμοῦ, δὲν προερχόταν ἀπὸ τὴν «κομμουνιστικὴ» Ρωσία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν καπιταλιστική, φιλελεύθερη ἄρα κρυπτομαρξιστικὴ Ἀμερική. Τὰ εἶπε αὐτὰ πειστικῶς,  καὶ μετὰ τὸ FBI ἄρχισε νὰ τὸν παρακολουθεῖ τόσο στενά, ποὺ τελικῶς «αὐτοκτόνησε».
Ἀκριβῶς στις μέρες μας πάντως, ἄλλος ἀγγλόφωνος διανοητής, ἀπέδειξε ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ Κομμουνισμοῦ ὑπῆρξε ὁ Στάλιν. Συνεπῶς, οἱ Ἕλληνες στὶς μεταξύ τους συγκρούσεις τῆς Πικρῆς δεκαετίας τοῦ 1940, γιὰ ἄλλα νόμιζαν πὼς μάχονται καὶ γιὰ ἄλλα, στὴν πραγματικότητα, πολεμοῦσαν.

Δημήτρης Μιχαλόπουλος
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα» ἐκδόσεις Πελασγός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες