Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ «λίρα» τῶν φτωχῶν





Κι ὅσοι δὲν ἔχουνε λίρα ἤ μνᾶ;
Τί θὰ κάνουν αὐτοί;
Νά, θὰ πάψουν νὰ ζοῦνε
Κι ἔτσι γλιτώνουν φτηνά!

Ὄχι, ὄχι, δέν πρέπει – στὴ γῆ,
μᾶς χρειάζονται πλῆθος φτωχοί
ἄν αὐτοὶ δέν δουλεύουν
πῶς θὰ ζοῦνε οἱ ἐκλεκτοί;

(Ὁ ἄστεγος, καὶ ζητιάνος, Φιουκούμπι, ὀνειρεύεται πὼς εἶναι δικαστής, τὴν ἡμέρα τῆς μεγάλης δίκης τῆς ἀνθρωπότητας. Προσπαθεῖ, ρωτώντας τοὺς μάρτυρες, νὰ ξεδιαλύνει, πῶς δημιουργεῖται ἡ φτώχεια καὶ ὁ πλοῦτος)
…………………………………………..

Ὕστερα ἀπὸ χρόνια καὶ χρόνια δυστυχίας, ἡ μεγάλη μέρα εἶχε φτάσει ἐπιτέλους.  Τὰ πλήθη ξεσηκώθηκαν, τίναξαν τὸ ζυγὸ τῶν τυράννων τους, ξεφορτώθηκαν μαζὶ καὶ τοὺς πνευματικούς τους, τοὺς χειρότερους ἐχθρούς τους τὸ δίχως ἄλλο, ἄφησαν κατὰ μέρος κάθε ἀπατηλὴ ἐλπίδα καὶ κέρδισαν τὴ νίκη. Ὅλα τότε ἄλλαξαν ἀπὸ τὰ θεμέλια. Ἡ προστυχιὰ κι ἡ ἀπάτη ἐξαφανίστηκαν, ἡ τίμια δουλειὰ δικαιώθηκε, ἡ δουλοπρέπεια ἔπαψε να ‘χει θέση, ἡ κτηνωδία δὲν ἔβρισκε πιὰ συμμάχους γιὰ νὰ κάνει ἐπιχειρήσεις, καὶ τὀτε, ἄρχισε ἡ μεγάλη δίκη στὸ Ἀνώτατο  Δικαστήριο.
…………………………………………………………..
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὀνειρευόταν ἦταν ὁ πρόεδρος σ’αὐτὸ τὸ δικαστήριο. Εἶχε ἐκλεγεῖ φυσικὰ μετὰ ἀπὸ φοβερὴ πάλη, γιατὶ ἕνα πλῆθος ἀναρίθμητο ὑποψήφιοι εἶχαν παρουσιαστεῖ, οὐρλιάζοντας σὰν δαιμονισμένοι, ποιὸς νὰ τὸ πρωτοπάρει αὐτὸ τὸ προνόμιο. Μὰ καθὼς δὲν εἶναι στὸ χέρι κανενὸς νὰ ἐμποδίσει ἕναν ποὺ ὀνειρεύεται, ἀπ’ τὸ νὰ νικήσει, ὁ ἄνθρωπός μας κατάφερε νὰ πάρει τὴν προεδρία στὸ πιὸ μεγάλο δικαστήριο ὅλων τῶν καιρῶν, στὸ μοναδικὸ χρήσιμο, καθολικὸ καὶ δίκαιο δικαστήριο.
Εἶχε νὰ καλέσει μπροστὰ στὸ ἀκροατήριο ὄχι μόνο τοὺς ζωντανούς, μὰ καὶ τοὺς πεθαμένους, ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀδικήσει εἴτε μὲ τὶς πράξεις τους εἴτε μὲ τὸ λόγο τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδύνατους.
Τὸ ἔργο τοῦ στρατιώτη Φιουκούμπι, προβλεπόταν γιγάντιο. Οἱ συνεδριάσεις τοῦ δικαστηρίου ἦταν φόβος νὰ διαρκέσουν πολλὲς ἑκατοντάδες χρόνια. Γιατὶ ὅλοι ὅσοι εἶχαν δεῖ τὰ δίκαιά τους νὰ καταπατοῦνται, εἶχαν τώρα τὸ δικαίωμα να ‘ρθουν νὰ κάνουν τὰ παράπονά τους.
Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς μελέτες καὶ σκέψεις, ποὺ μόνες τους  αὐτὲς χρειάστηκαν κάμποσους μῆνες, ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἀποφάσισε ν’ ἀρχίσει ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ -σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα κάποιου ἀρχιεπίσκοπου, σ’ἕνα μνημόσυνο γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν στρατιωτῶν ποὺ πνίγηκαν σ’ἕνα ναυάγιο –εἶχε σοφιστεῖ μιὰ παραβολὴ ποὺ τὴ μεταχειρίζονταν ἀπὸ πολλοὺς ἄμβωνες, γιατὶ στὰ μάτια τοῦ Ἀνώτατου Δικαστῆ ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε ἕνα ἰδιαίτερα στυγερὸ ἔγκλημα.
Ἡ δίκη ἔγινε σ’ ἕνα δικαστήριο ποὺ βρισκόταν σὲ μιὰν αὐλή, ὅπου πράγμα παράξενο, ἦταν ἀπλωμένα τὰ ροῦχα μιᾶς μπουγάδας καί, ἀκόμα πιὸ παράξενο, μπροστὰ σὲ δεκατέσσερα σκυλιὰ πού, καθισμένα μέσα σ’ἕνα κλουβί, εἶχαν στήσει τ’ αὐτιά τους κι ἄκουγαν. Δὲν τὰ εἶχαν ταΐσει καθόλου κι οὔτε το ‘χαν σκοπὸ νὰ τοὺς δώσουν τίποτα πρὶν ἀπ’τὴν ἀπόφαση τοῦ Δικαστῆ.
Ὁ κατηγορούμενος ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὴν ἕδρα ἀπὸ δυὸ ζητιάνους.
Ἦταν ἕνας μικρέμπορος ἤ μικροβιοτέχνης ἤ κάτι τέτοιο, αὐτὸ τὸ καταλάβαινε κανένας ἀπ’τὸ φτηνὸ μὰ καλοραμμένο κοστούμι του κι ἀπ’τὸ μαλακό του κολάρο.
Πάνω στὴν ἕδρα τοῦ Δικαστῆ βρισκόταν ἕνα μαχαίρι κι ἕνα γράμμα γραμμένο μὲ μελάνι, ὅπου ἦταν σημειωμένος ἕνας ἀριθμὸς πρωτοκόλλου.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἄρχισε τὴ διαδικασία ρωτώντας τὸν κατηγορούμενο ἄν εἶχε ἐπίγνωση τῆς σημασίας τῆς γλώσσας του καὶ τῆς γλώσσας γενικά. Ὁ κατηγορούμενος ἀπάντησε: ναί, ἦταν σ’ὅλον τὸν κόσμο γνωστός, σὰν ἱδρυτὴς μιᾶς θρησκείας.
Τὴν ἀπάντησή του, καθὼς κι ὅλα ὅσα εἶπε μετά, τά ‘γραφε ἕνας γιγαντόσωμος ζητιάνος μὲ τ’ὄνομα Σμίθ, ἕνας κύριος ποὺ ὁ πρόεδρος τὸν γνώριζε ἁπ’τὸ γράψιμό του. Αὐτὸς κάποτε ἔγραφε τὶς εἰσπράξεις τοῦ ὑπαλλήλου του, Φιουκούμπι, ἀπ’ τὴ ζητιανιά.
Μὲ τὴ δεύτερη ἐρώτησή του, ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ζήτησε νὰ μάθει ἄν ὁ κατηγορούμενος ἀναγνώριζε ὅτι, μὲ τὴν παραβολή του, εἶχε δώσει κάλπικη ἑρμηνεία σ’ὁρισμένα γεγονότα, καὶ τὴν εἶχε προπαγανδίσει. Ὁ κατηγορούμενος ἀρνήθηκε μὲ ἀγανάκτηση μιὰ τέτοια κατηγορία.
Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ κερδίσει κάποιος ἀπὸ μιὰ λίρα ἄλλες πέντε ἤ κι ἄλλες δέκα ἀκόμα, μὲ λίγο ζῆλο καὶ μὲ μιὰ συνετὴ δεύθυνση τῆς ἐπιχείρησής του;
Ὅταν ρωτήθηκε τι ἐννοοῦσε μὲ τὶς λέξεις «συνετὴ διεύθυνση τῆς ἐπιχείρησης», ὁ κατηγορούμενος δὲν μπόρεσε παρὰ νὰ ἐπαναλάβει: «Νὰ, μὰ μιὰ σωστὴ διεύθυνση, ὅπως πρέπει». Ὕστερα ἀπὸ ἐπιμονὴ τοῦ προέδρου, ὅμως, ὁμολόγησε ὅτι δὲν ἀνακατευόταν μὲ οἰκονομικὰ ζητήματα. Δὲν καταλάβαινε λοιπὸν καὶ πολλὰ πράγματα.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς τὸν κοίταξε κατάματα νὰ καταλάβει ἄν ἔλεγε ἀλήθεια κι ὕστερα κτύπησε τόσο δυνατὰ τὴ γροθιά του στὸ τραπέζι, ποὺ τὸ σκουριασμένο μαχαίρι καὶ τὸ γράμμα χοροπήδησαν.
Ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα. Ξαναρώτησε μόνο:
-Ἐννοοῦσες στὴν παραβολή σου ὅτι ὄχι μόνο μερικοί, ἀλλὰ ὅλοι, ὅλοι γενικὰ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πάρει ἀπὸ μιὰ λίρα; Σὲ προειδοποιῶ ὅτι ἡ οὐσία τῆς ὑπόθεσης βρίσκεται σ’αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο.
Ὁ κατηγορούμενος συμφώνησε σ’αὐτό. Ἔδειξε μόνο νὰ τοῦ προξένησε ἔκπληξη τὸ ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο.
-Τότε λοιπόν, πὲς μας κατηγορούμενε, συνέχισε ἥρεμος τώρα ὁ Ἀνώτατος Δικαστής, ποῦ τὸ ἤξερες  πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὴ γῆ, ἔχουν πάρει ἀπὸ μιὰ λίρα ποὺ νὰ βγάζει ἄλλες πέντε κι ἄλλες δέκα;
-Ὅλος ὁ κόσμος το ‘λεγε, ἀπάντησε ὁ κατηγορούμενος ἀργὰ καὶ διστακτικά, ἐπειδὴ ἀναρωτιόταν ἀκόμα, γιατὶ τάχα ἦταν αὐτό, τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο.
-Θὰ καλέσω λοιπὸν ὅλους ἐκείνους, ποὺ σοῦ τὸ εἶπαν αὐτό, νὰ καταθέσουν, πρότεινε σοβαρὸς ὁ Δικαστής.
Χτύπησε τὸ κουδούνι ἐκεῖνο ποὺ ἄλλοτε, στοῦ Πήτσαμ, σήμαινε τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ καί, τότε, παραμερίζοντας τὰ ροῦχα τῆς μπουγάδας, ἕνα πλῆθος ἄνθρωποι, ντυμένοι ὅπως ἀκριβῶς κι ὁ κατηγορούμενος, ἦρθαν μπρροστὰ στὴν ἕδρα. Ἦταν γνώριμοι στὸ κατηγορούμενο ὅλοι αὐτοί, ἀπ’τὰ παιδικά του χρόνια, γείτονές του, δάσκαλοί του, ἀφεντικά του, μὰ καὶ διάφοροι συγγενεῖς του.
Δήλωσαν ὅλοι τους πὼς εἶχαν πάρει ἀπὸ μιὰ λίρα. Μὲ τὴ λέξη «λίρα» ἐννοοῦσαν τὴν ὁρθή τους κρίση, τὴ γνώση τοῦ ἐπαγγέλματός τους ἤ τὶς ἱκανότητές τους.
-Καλά, ἐκτὸς ἀπ’αὐτὰ εἴχατε τίποτ’ ἄλλο; ρώτησε ὁ πρόεδρος.
Ἕνας τους τότε δήλωσε πὼς εἶχε ἕνα ξυλουργεῖο. Αὐτὸς ἦταν ὁ πατέρας τοῦ κατηγορούμενου. Ἕνας ἄλλος εἶχε πάρει ἀπ’τοὺς γονεῖς του ἕνα χρηματικὸ ποσὸ γιὰ νὰ πάει στὸ σχολεῖο. Ἦταν ὁ δάσκαλος τοῦ κατηγορούμενου. Ἕνας τρίτος εἶχε κληρονομήσει ἕνα μπακάλικο. Ἦταν ὁ γείτονας τοῦ κατηγορούμενου.
Σὲ κάθε ἀπάντηση, ὁ πρόεδρος κουνοῦσε ἐπιδοκιμαστικὰ τὸ κεφάλι, σὰν νὰ περίμενε ἀκριβῶς αὐτὸ καὶ τίποτ’ ἄλλο. Ὕστερα γύρισε τὴ ματιά του στὰ σκυλιὰ ποὺ στριμώχνονταν πάνω στὰ κάγκελα καὶ τοὺς χαμογέλασε, σιωπηλὰ βέβαια.
-Μ’ αὐτὴ τὴ «λίρα» μποροῦσε κανεὶς ν’ἀγοράσει ἕνα σωρὸ πράγματα, ἔτσι δὲν εἶναι; εἶπε μόνο. Καί, γυρίζοντας μετὰ στοὺς μάρτυρες:
-Καὶ τὴ διαχειριστήκατε καλὰ τὴ λίρα σας, ἔ; ρώτησε.
Ὁρκίστηκαν ὅλοι ὅτι τὴ διαχειρίστηκαν ὅσο καλύτερα γινόταν, μὲ περίσκεψη, διατήρησαν ἀνέπαφο αὐτὸ ποὺ κατεῖχαν, πρόσθεσαν σ’αὐτὸ τὸ κεφάλαιο τὰ κέρδη τους καὶ τ’αὕξησαν, ἀναθρέψανε παιδιά, καὶ δώσανε στὸ καθένα ἀπὸ μιὰν ἀκόμα «λίρα».
Ὁ Δικαστὴς χαμογέλασε ἀκόμα μιὰ φορὰ στὰ σκυλιά.
Ὕστερα γύρισε πάλι στὸν κατηγορούμενο καὶ τὸν ρώτησε ἄν εἶχε γνωρίσει ποτέ του ἄλλα ἄτομα, ἀνθρώπους ποὺ δὲν εἶχαν τέτοια «λίρα» ὅπως οἱ μάρτυρες. Ὁ κατηγορούμενος κούνησε ἀρνητικὰ τὸ κεφάλι.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ξαναχτύπησε τότε τὸ κουδούνι καί, πίσω ἀπ’τὰ ροῦχα τῆς μπουγάδας, πρόβαλαν κάποια ἄλλα ἄτομα ποὺ ἦταν ντυμένα λιγότερο καλὰ ἀπ’τὰ πρῶτα καὶ βάδιζαν μὲ κόπο.
-Ποιοὶ εἶστε σεῖς; τοὺς ρώτησε ὁ πρόεδρος. Καὶ γιατὶ στέκεστε μακριὰ ἀπ’ τοὺς ἄλλους;
Κατάλαβε γρήγορα πὼς ἦταν οἱ δοῦλοι κι οἱ ὑπηρέτες τῶν πρώτων. Στέκονταν παράμερα γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλήσουν τοὺς κυρίους τους.
-Τὸν γνωρίζετε τὸν κατηγορούμενο; ρώτησε ὁ πρόεδρος. Ναί, τὸν γνώριζαν. Τοὺς εἶχε βγάλει λόγο πολλὲς φορές. Τοὺς ἔλεγε ἀνάμεσα στ’ ἄλλα πὼς ὁ καθένας τους εἶχε πάρει μιὰ «λίρα» ἀπ’ τὸν Κύριο, δηλαδὴ τὶς σωματικὲς καὶ πνευματικές του δυνάμεις, ποὺ χρωστοῦσε νὰ χρησιμοποιήσει συνετὰ καὶ νὰ τὶς πολλαπλασιάσει. Ναι, μὲ τὰ ἴδια τους τ’ αὐτιὰ τὸν εἶχαν ἀκούσει νὰ τοὺς λέει αὐτὰ τὰ λόγια.
-Ὥστε σᾶς ἤξερε λοιπόν.
-Φυσικά, ἀπάντησαν οἱ μάρτυρες, κι ὁ κατηγορούμενος ἀναγκάστηκε νὰ ὁμολογήσει ὅτι, πραγματικά, τοὺς ἤξερε.
-Καὶ ἡ «λίρα» σας πολλαπλασιάστηκε; ρώτησε αὐστηρὰ ὁ Ἀνώτατος Δικαστής.
Ὅλοι τους μὲ μιὰ φωνὴ γεμάτη ἀγανάκτηση ἀπάντησαν: Ὄχι!
-Ὁ κατηγορούμενος τὸ ‘ξερε ὅτι δὲν πολλαπλασιάστηκε;
Οἱ μάρτυρες δὲν βρῆκαν ἀμέσως τι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσουν. Ἔμειναν σκεφτικοὶ κάμποση ὥρα, μὰ ἕνας τους ξαφνικὰ ξέκοψε ἀπ’τὴ γραμμή τους κάνοντας ἕνα βῆμα μπροστά. Ἦταν ἕνα ἀγοράκι ποὺ στάθηκε μὲ θάρρος μπροστὰ στὸν Ἀνώτατο Δικαστή κι εἶπε δυνατά:
-Τὸ ‘ξερε καὶ τὸ παράξερε! Γιατὶ ἐμεῖς κρυώναμε σὰν ἔκανε κρύο καὶ πεινούσαμε καὶ πρὶν ἀπ’τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ καὶ μετά. Νὰ δὲς καὶ μόνος σου, τὸ δείχνουν τὰ πρόσωπά μας!
Ἔχωσε τὰ δυὸ του  δαχτυλάκια στὸ στόμα καὶ σφύριξε, καί, πίσω ἀπ’τὴ μπουγάδα πρόβαλε μιὰ γυναίκα, πιὸ ζαρωμένη ἀπ’αὐτό, μιὰ γυναίκα ποὺ ἔμοιαζε  καταπληκτικὰ μὲ τὴν ἐμπόρισσα Μαίρη Σώγιερ.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἔσκυψε μπροστά, γιὰ νὰ τὴ δεῖ καλύτερα.
-Ἤθελα νὰ σὲ ρωτήσω ἄν κάνει κρύο ἐκεῖ ἀπ’ὅπου ἔρχεσαι, Μαίρη, μὰ βλέπω  κι ὅλας ὅτι εἶναι περιττὸ νὰ ρωτήσω. Ναί, τὸ βλέπω, κάνει κρύο, ναί, κάνει πολὺ κρύο, Μαίρη, ἐκεῖ ἀπ’ὅπου ἔρχεσαι. Καί, βλέποντας ἀκόμα πὼς ἡ γυναίκα ἦταν καί, κουρασμένη, ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς τῆς εἶπε μὲ στοργή:
-Κάθισε Μαίρη, περπάτησες πολύ.
Ἐκείνη ζήτησε μὲ τὸ βλέμμα καμιὰ καρέκλα, μὰ δὲν εἶδε πουθενά.  Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς τότε χτύπησε τὸ κουδούνι. Μεμιᾶς, ἀπὸ πάνω ἀπ’τὸν οὐρανό, ἄρχισε νὰ πέφτει χιόνι, μὰ δὲν ἔπεφτε ὅπως τὸ συνηθισμένο χιόνι, σχημάτισε μόνο στὸν ἀέρα κάτι σὰν κολώνα, ὄχι πιὸ χοντρὴ ἀπὸ ἕνα δέντρο, ποὺ ἔγειρε βιαστικά, ἔπεσε ἥσυχα κι ἔγινε ἕνας πάγκος ἀπὸ χιόνι ὅπου μποροῦσε νὰ καθίσει ἡ Μαίρη.  Ὁ Δικαστὴς περίμενε σ’ὅλο αὐτὸ τὸ μεταξὺ κι ὕστερα εἶπε:
-Ἐκεῖ ποὺ κάθεσαι εἶναι λιγάκι κρύα, Μαίρη, κι ἅμα πιάσει ζέστη ὁ πάγος θὰ λιώσει, μὰ δὲ μπορεῖ τίποτ’ ἄλλο νὰ γίνει. Καί, στοὺς μάρτυρες εἶπε:
-Ὅλα εἶναι φανερὰ τώρα. Ὥστε λοιπόν, σᾶς πέταξαν ἔξω, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ κλάμα κι ἀπὸ κτύπημα δοντιῶν…
-Ὄχι, πετάχτηκε ἕνας τους, παίρνοντας θάρρος, δὲ μᾶς ἐπέτρεψαν ποτὲ νὰ μποῦμε μέσα!
  Δικαστὴς τοὺς κοίταξε ὅλους ἕναν πρὸς ἕνα, μὲ ὕφος συλλογισμένο. Κι ὕστερα γύρισε ξανὰ στὸν κατηγορούμενο.
-Ἡ ὑπόθεσή σου παίρνει ἄσχημο δρόμο, φίλε μου, σοῦ χρειάζεται ἕνας δικηγόρος. Μὰ ἕνας δικηγόρος ποὺ νὰ σοῦ ταιριάζει. Σήμανε καί, ἀπ’τὸ σπίτι τῆς αὐλῆς, βγῆκε ἕνας ἄνθρωπος μὲ ἕνα μοῦτρο ἀπαίσιο.
-Ἐσὺ εἶσαι ὁ συνήγορος τῆς ὑπεράσπισης, μουρμούρισε ὁ Δικαστής. Στάσου πίσω ἀπ’ τὸν κατηγορούμενο!
Μά, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἀνθρωπάκος ἐκεῖνος πῆγε καὶ στάθηκε πίσω ἀπὸ τὸν κατηγορούμενο, ὁ τελευταῖος αὐτός, χλώμιασε. Καταλάβαινε πὼς ὁ πρόεδρος τοῦ ‘δωσε αὐτὸν τὸν συνήγορο ἀπὸ ὑστεροβουλία, γιὰ νὰ τὸν περιγελάσει. Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς συσκέφτηκε μὲ τοὺς δικαστές του. Τὸ δικαστήριο δέχτηκε ὅτι, ἀπὸ τοὺς ἱσχυρισμοὺς τοῦ κατηγορουμένου, οἱ δύο ἦταν ἀλήθεια, πρῶτο, ὅτι ἦταν δυνατὸ νὰ κερδοσκοπήσει κανεὶς μὲ τὶς λίρες,  δηλαδὴ νὰ κάνει ἐπιχειρήσεις καί, δύτερο, ὅτι ὅσοι δὲν ἔβγαζαν κανένα κέρδος ρίχνονταν πραγματικὰ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο «κλαυθμὸς καὶ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων», ὅπως ἔλεγε ὁ κατηγορούμενος.  Ἀλλὰ τὸν ἱσχυρισμὸ πὼς τάχα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν λάβει ἀπὸ μιὰ λίρα δὲν τὸν ἔκανε δεκτὸ τὸ δικαστήριο.
-Μαίρη Σώγιερ, εἶπε ὁ Ἀνώτατος Δικαστής, ἔχεις ὑπογράψει ἕνα συμβόλαιο μὲ τὸν κύριο Μακχήθ. Ὑπῆρχε σ’αὐτὸ ὁ ὅρος ὅτι δὲ θ’ἄνοιγαν ἄλλα μαγαζιὰ ἐκεῖ κοντὰ στὸ δικό σου;
Ἡ γυναίκα σκέφτηκε κι ἀποκρίθηκε:
-Ὄχι.
-Πῶς δὲν πρόσεξες ὅτι τὸν εἶχαν παραλείψει αὐτὸν τὸν ὅρο;
-Ξέρω κι ἐγώ, Φιού;
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς χτύπησε τὸ κουδούνι. Πίσω ἀπ’τὴν ἁπλωμένη μπουγάδα βγῆκε ἕνας ἄντρας πολὺ ψηλός, μ’ἕνα μπαστούνι στὸ χέρι. Ἦταν ὁ ἄλλοτε δάσκαλος τῆς γυναίκας ποὺ αὐτοκτόνησε.
-Δὲν ἔμαθες τοὺς μαθητές σου νὰ διαβάζουν, τὸν κατηγόρησε ὁ Ἀνώτατος Δικαστής. Γιατί;
Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κοίταξε αὐστηρὰ τὴ γυναίκα καὶ δήλωσε:
-Ξέρει νὰ διαβάζει.
-Ὄχι ὅμως συμβόλαια, ὄχι συμβόλαια! φώναξε ὀργισμένος ὁ Δικαστής. Ὁ δάσκαλος φάνηκε νὰ τὸ πῆρε προσβολή.
-Οἱ μαθητές μου τοῦ Χουάιτ-Τσάπελ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ ξέρουν νὰ διαβάζουν συμβόλαια, ἀντιμίλησε θυμωμένος. Ἄς μάθουνε νὰ δουλεύουν κι ἄς τοὺς λείπουν τὰ συμβόλαια!
-Τί θὰ πεῖ ἑταιρεία; ρώτησε ἀμέσως ὁ Δικαστής.
-Ἕνωσις προσώπων, μουρμούρισε σαστισμένος ὁ δάσκαλος, τί δουλειὰ ἔχει αὐτὸ ἐδῶ;
-Ἀκριβῶς, ἔκαμε ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς μὲ ἱκανοποίηση. Ἕνωσις προσώπων. Καὶ τί θὰ πεῖ Ἀττική;
Ὁ δάσκαλος ἔμεινε σιωπηλός. Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς φάνηκε τώρα ἀπογοητευμένος, μὰ συνέχισε:
-Ξέρεις γράμματα; ρώτησε τὸν κατηγορούμενο, ποὺ ἔστεκε ζαρωμένος μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό. Κι ὅταν ἐκεῖνος ἀπάντησε «ναί», τὸν ξαναρώτησε:
-Τί θὰ πεῖ Ἀττική;
Ὁ κατηγορούμενος δὲν ἤξερε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ὁ δάσκαλος κάτι δοκίμασε νὰ τοῦ σφυρίξει. Ἡ ἔκφρασή του ἔδειχνε ἐπιτίμηση γιὰ τὴν ἀμάθεια τοῦ κατηγορουμένου.
-Εἶναι φανερό, ἔκανε ὁ Δικαστής, δὲν ξέρεις καὶ πολλὰ πράγματα. Μα τὴν ἴδια στιγμή, ἐκεῖνος ὁ ἀνθρωπάκος, ὁ συνήγορος τῆς ὑπεράσπισης πετάχτηκε:
-Ξέρει πολλά, γιὰ μᾶς ἤξερε ἀρκετά!
Ὅταν ξανακτύπησε τὸ κουδούνι, ἕνας ξερακιανὸς ἄντρας, μὲ τὴν ἄσπρη μπλούζα τοῦ μαίτρ ντ’ ὁτέλ, πλησίασε στὴν ἕδρα. Ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ταβέρνας ποὺ ἀργότερα τὴν ἀγόρασε ὁ στρατιώτης Φιουκούμπι.
-Ξέρει νὰ γράφει ὁ ἄνθρωπος αὐτός;
Τούτη τὴν ἐρώτηση τὴν ἔκαμε «ο Δικαστὴς στὸ δάσκαλο. Ὁ τελευταῖος κοίταξε τὸ μάρτυρα, ἀναγνώρισε καὶ σ’ αὐτὸν ἕναν πρώην μαθητή του κι ἔκαμε «ναί» κουνώντας τὸ μεγάλο του κεφάλι.
-Τότε, γιατὶ δὲν ἔγραψες στὸ δικό μου συμβόλαιο, εἶπε ὁ Δικαστὴς ἀγανακτισμένος στὸν μάρτυρα, ὅτι τὸ μαγαζὶ θὰ εἶχε πελατεία μόνον ὅσο θὰ κρατοῦσε τὸ χτίσιμο τοῦ ἀντικρυνοῦ μεγάρου;
-Δὲν μποροῦσα νὰ γράψω τέτοιο πράμα, ἀπάντησε ὁ μαίτρ ντ’ ὁτέλ, γιατὶ δὲν εἶχα πολλὰ χρήματα ὅταν ἄρχισα μ’ αὐτὸ τὸ μαγαζὶ κι ἤμουν εὐχαριστημένος ποὺ ἡ δουλειὰ στὸ μέγαρο μὲ βοήθησε νὰ πληρώσω τὰ χρέη μου καὶ νὰ ξαναγίνω γκαρσόνι ὅπως καὶ πρῶτα.
-Τότε λοιπόν, δὲν ἤξερε νὰ γράφει, ξαναφώναξε θυμωμένος  ὁ Δικαστής.
 Ὕστερα ἡρέμησε καὶ πρόσταξε διάλειμμα. Κὶ ἐνῶ ὅλοι περίμεναν στὶς θέσεις τους τὴν ἐπανάληψη τῆς δίκης, ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς πλησίασε τὸ δάσκαλο καὶ τὸν ρώτησε μὲ εὐγένεια, σχεδὸν μὲ σεβασμό, τι σήμαινε τέλος πάντων ἡ λέξη Ἀττική. Δὲν εἶχε φτάσει ὡς τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὴν Ἐγκυκλοπαίδειά του, γιατὶ τοῦ τὴν ἔκλεψαν. Ὁ δάσκαλος ὅμως τοῦ ‘ριξε μιὰ ματιὰ σωπαίνοντας. Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἀναστέναξε καὶ κήρυξε τὴν ἐπανάληψη τῆς συνεδρίασης. Δὲν ἤξερε πῶς ἀκριβῶς νὰ συνεχίσει. Παρατήρησε προσεκτικὰ τὸν κυριότερο μάρτυρα, τὴ Μαίρη Σώγιερ, καὶ πρόσεξε πὼς εἶχε ξαναρχίσει τὴ δουλειά της, τὸ ράψιμο. Ἔβαζε βελονιές, τὴ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη, ἄν καὶ δὲν εἶχε στὰ χέρια της ὕφασμα, γιατὶ οἱ προμήθειες εἴχανε σταματήσει. Ἔραβε μάταια καὶ δὲν ἔβγαινε ἀπ’τὴ βελόνα της κανένα πουκάμισο.
-Ἄν οἱ προμήθειες δὲ σταματοῦσαν, ρώτησε ἥρεμα ὁ Δικαστής, ζυγιάζοντας τὶς λέξεις, κι ἄν δὲν εἶχε ἀνοίξει τὸ νέο μαγαζὶ ἀντίκρυ στὸ δικό σου, θὰ τὰ ‘βγαζες πέρα τότε, Μαίρη;
-Γιατὶ ὄχι; εἶπε κουρασμένα ἡ μάρτυρας. Αφοῦ εἶχα τὶς μοδίστρες μου.
-Νὰ τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο, εἶπε ἀμέσως ὁ Δικαστής. Ἀλλὰ ἡ διαδικασία δὲν προχωρεῖ βλέπω. Δὲν τὸ φανταζόμουν πὼς ἤτανε τόσο δύσκολο νὰ ξεκαθαρίσουν ὅλα αὐτά.
Σηκώθηκε καὶ πλησίασε στὸ κλουβί. Τὰ σκυλιὰ κούνησαν τὴν οὐρά τους γεμάτα χαρά, γιατὶ πίστεψαν πὼς εἶχε φτάσει ἡ ὥρα νὰ φᾶνε κάτι, μά, ἀφοῦ τὸ αἴνιγμα δὲν εἶχε ἀκόμα φωτιστεῖ…
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἔριξε μιὰ ματιὰ γύρω στὴν αὐλή. Τοὺς εἶδε ὅλους μαζεμένους ἐκεῖ, τοὺς μάρτυρες ὑπεράσπισης ποὺ ἔδιναν δίκιο στὸν κατηγορούμενο, ὅλους καλοντυμένους, καλοθρεμμένους, μὲ τὶς εὐκαιρίες τους καὶ τὶς ἐπιτυχίες τους στὴ ζωὴ καί, ἀντίκρυ σ’αὐτοὺς τοὺς πεινασμένους, τοὺς πρόωρα γερασμένους, ἐκείνη τὴ γυναίκα ποὺ δὲν ἔπαυε νὰ περνᾶ βελονιὲς στὸν ἀέρα, καθισμένη σ’ἕνα πάγκο ἀπὸ χιόνι, ἐκεῖνο τὸ μικρὸ ἀγόρι, ποὺ ‘χε τὸ χεράκι του γυρισμένο πρὸς τὴ μασχάλη σὰν ν’ἀγκάλιαζε ἕνα πολὺ βαρύ, μὰ ἀνύπαρχτο καρβέλι.
Καθὼς γυρνοῦσε στὴν ἕδρα του, κάνοντας μὲ τὸ ξύλινο πόδι του ἕνα ξερὸ κρότο στὶς πλάκες τῆς αὐλῆς, ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς πέρασε μπροστὰ ἀπ’τὸν κατηγορούμενο. Τὸν εἶδε σκεφτικὸ καὶ τοῦ ψιθύρισε:
-Κι ἐσύ, δὲν καταλαβαίνεις λοιπὸν ἐσύ;
Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ κολάρο περιορίστηκε ν’ἀνασηκώσει τοὺς ὤμους.
-Ἄχ, αὐτὴ ἡ αἰώνια ἀνισότητα! ἀναστέναξε βαθιὰ ὁ Δικαστής. Καὶ δίχως κανένα λόγο! Κι ὅμως, θὰ ὑπάρχει κάποιος λόγος, μὰ ποιὸς;
Ἀναποφάσιστος, στάθηκε, μὴ ξέροντας πιὰ ἄν ἔπρεπε νὰ ξανακαθίσει στὴν ἕδρα του.
«Σ’ αὐτὸ φταίει μονάχα ἡ ἀμάθειά μου, σκέφτηκε, δὲν εἶμαι ἀρκετὰ μορφωμένος γιὰ νὰ βρῶ τὴ λύση, εἶμαι πολὺ κούτσουρο. Νὰ ‘ξερα τουλάχιστον τί σημαίνει αὐτὴ ἡ «λίρα»τους!».
Ξαφνικά,  ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι. Θυμήθηκε τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχε στὰ χέρια του τώρα. Ξανανέβηκε βιαστικὰ στὴν ἕδρα. Μὲ μιὰ πλατιὰ χειρονομία, σήκωσε καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Πίσω ἀπ’ τ’ ἁπλωμένα ροῦχα βγῆκε καὶ προχώρησε σ’αὐτὸν μιὰ μεγάλη σειρὰ βιβλία, σαράντα γιὰ τὴν ἀκρίβεια: ἡ Βρεταννικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια. Βἀδιζαν ἀργά, μὲ ἀξιοπρέπεια, γιατὶ ἦταν πολὺ χοντρά. Στοιχημένα σὲ τετράδες, στἐκονταν ἀντίκρυ στὸν Ἀνώτατο Δικαστή, σὲ στάση προσοχῆς, σὰν νὰ ‘ταν στρατιῶτες.


Φίλοι μου, ἄρχισε ὁ Δικαστὴς μὲ φωνὴ γεμάτη ἐκτίμηση, μπορεῖτε νὰ μοῦ ἐξηγήσετε γιὰ ποιὸ λόγο μερικοὶ ἀπὸ μᾶς, οἱ λιγότεροι, πληθαίνουν τ’ἀγαθά τους καὶ πολλαπλασιάζουν μιὰ λίρα, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, μὲ τὸ δύο ἤ μὲ τὸ πέντε ἤ καὶ μὲ τὸ δέκα, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἀμέτρητοι ἄλλοι, οἱ πιὸ πολλοί, δὲν κατορθώνουν σ’ὅλο τὸ βίο τους καὶ μ’ὅλη τους τὴ σκυλίσια δουλειά, παρὰ νὰ πληθαίνουν καὶ νὰ πολλαπλασιάζουν τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία τους; Τί πράγμα εἶναι λοιπόν καλοὶ μου φίλοι αὐτὴ ἡ λίρα, ποὺ φέρνει τόσο πλούσια κέρδη καὶ ποὺ γύρω της, καθὼς εἶδα μὲ τὰ ἴδιαμου τὰ μάτια, γίνονται τόσο φονικές, τόσο ἄγριες μάχες; Τί εἶναι, σὰν τί πράγμα εἶναι πεῖτε μου!
Οἱ σαράντα σχημάτισαν κύκλο καὶ συσκέφτηκαν. Μετά, ἕνας τους βγῆκε μπροστά:
-Ἐγὼ μπορῶ νὰ σοῦ δώσω πληροφορίες γιὰ τὴ λέξη «κεφάλαιο», εἶπε μὲ στόμφο, μὲ σιγουριὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Εἶναι τὸ χρῆμα ποὺ δίνει τόκο, σὰν τὴν ἀγελάδα ποὺ δίνει γάλα καὶ μοσχάρια. Μπορεῖ νὰ ‘ναι κληρονομικό ἤ ἐπίκτητο, κι ὅποιος τὸ κατέχει παίρνει τοὺς τόκους του. Σὲ βοηθάει μήπως αὐτὸ καθόλου; Ὁ Δικαστὴς γύρισε στὴ Σώγιερ.
-Κι ἐσὺ εἶχες λεφτά, ἄν  θυμᾶμαι καλά. Κατάλαβέ με, δὲν θέλω νὰ σὲ ρωτήσω γιὰ ποιὸ λόγο σοῦ τὰ ‘δωσαν, μὰ εἶχες. Δὲν πλήθυναν ὅμως.
-Ναι, ἔκανε ἡ γυναίκα ἀδιάφορα. Εἶχα κάτι λίγα. Δὲν κράτησαν πολύ.
-Δὲν ἀπέδωσαν, κατάλαβέ το! τῆς εἶπε ὁ Δικαστὴς αὐστηρά.
Τότε ἕνας ἄλλος τόμος βγῆκε ἀπ’ τὸν κύκλο.
-Ἐγὼ κάτι ξέρω γιὰ τὸν ὅρο «ἐργασία», φώναξε. Ὅταν κάποιος βάζει τὴ δουλειά του σ’ ἕνα πράγμα, αὐτὸ τὸ πράγμα παίρνει πιὸ μεγάλη ἀξία. Δυὸ πέτρες δὲν ἀξίζουν καὶ πολύ, μὰ ἕνα σπίτι, ναί. Κατάλαβες;
-Ὄχι, ὄχι, ἔκανε ὁ Δικαστὴς βαριεστημένος. Δὲν εἶναι αὐτό. Δουλειὰ βάζαμε ὅλοι μας, μὰ τὰ πράγματα ποὺ δουλεύαμε δὲν ἤτανε δικά μας, ἤ ρημάξανε πολὺ νωρίς, ἔτσι Μαίρη;
Βγῆκαν ὡστόσο μὲ τὴ σειρά τους κι ἄλλοι τόμοι κι εἶπαν τὰ δικά τους, γιὰ ἐπιχειρηματικὸ πνεῦμα, γιὰ ὀργανωτικὸ ταλέντο ἀκόμα καὶ γιὰ ἀποταμίευση. Μὰ κανένας τους δὲν μπόρεσε νὰ ἐξηγήσει καθαρὰ τὶ ἀκριβῶς ἦταν ἡ λίρα τῶν προνομιούχων. Τελικά, ξαναμπῆκαν στὶς σειρές τους καὶ μετρήθηκαν δυνατὰ γιὰ νὰ δεῖ ὁ Δικαστὴς ἄν ἔλειπε κανένας τους ἀπὸ τὸ προσκλητήριο. Κανένας δὲν ἔλειπε. Ὁ Δικαστὴς τότε ἔδωσε τὸ παράγγελμα  «μεταβολή», πιὸ λυπημένος ἀπὸ πρίν. Καὶ πάλι κοίταξε τὸν κυριότερο μάρτυρα, τὴ Μαίρη Σώγιερ.
-Ὁ Σείριος, μουρμούρισε. Ξανακάθισε στὴν ἕδρα καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Πίσω ἀπ’ τὴ μπουγάδα βγῆκε ὁ Σείριος. Εἶχε πέντε ἀκτίνες καὶ δύο πόδια.
-Μπῆκες καθόλου τὸν τελευταῖο καιρὸ στὸ ζώδιο τοῦ Ζυγοῦ; τὸν ρώτησε ὁ Ἀνώτατος Δικαστής. Ὁ ἀστέρας συλλογίστηκε λίγο κι ὕστερα ἀπάντησε ὄχι.
-Ἄν εἶχες μπεῖ στὸ ζώδιο τοῦ Ζυγοῦ, ἤ δὲ ξέρω σὲ ποιὸ ἄλλο ζώδιο, πιστεύεις πὼς αὐτὸ τὸ πράγμα μποροῦσε νὰ ἦταν ἀπειλὴ γιὰ τὸ μαγαζὶ τῆς Μαίρης Σώγιερ;
Ὁ Σείριος τώρα ἀπάντησε ἀμέσως ὄχι, χωρὶς νὰ σκεφτεῖ καθόλου. Φάνηκε μάλιστα πειραγμένος.
-Ὥστε οὔτε κι ἐσὺ εἶσαι λοιπόν;Οὔτε ἐσὺ δὲν ἀξίζεις τίποτα! Οὔτε καὶ ἡ τύχη! Ἄχ!
-Καὶ ποιὸς τὶς λέει τέτοιες βλακεῖες; ρὠτησε ἀπορημένος ὁ Σείριος.
Ὁ Δικαστὴς τὸν ἔδιωξε. Μὲ τὸ πηγούνι στὸ στῆθος, ἔμενε καθισμένος ἐκεῖ, ἀσάλευτος, κοιτάζοντας ὁλόισια μπροστά του. Ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρες κατηγορίας ἐκδηλώθηκε κάποιος ἐκνευρισμός.
-Πρέπει νὰ φεύγουμε τώρα, εἶπαν. Δὲ θὰ τὸ βρεῖς ποτέ. Στὸν κόσμο βασιλεύει μεγάλη ἀνισότητα κι οἱ ἄλλοι εἶναι πιὸ καπάτσοι ἀπὸ μᾶς, αὐτὸ εἶν’ ὅλο!
-Ναί, ἡ ἀνισότητα εἶναι πολὺ μεγάλη, φώναξε τότε ὁ συνήγορος τῆς ὑπεράσπισης, τινάζοντας τὸ μελὸν καπέλο του πίσω, πρὸς τὸ σβέρκο. Ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἄνθρωπο μὲ ξύλινο πόδι καὶ σ’ἕναν τυφλὸ καὶ δίχως κανένα πόδι, ὑπάρχει μιὰ τεράστια διαφορά, ποὺ /χει καὶ τὶς οἰκονομικές της συνέπειες, ἀγαπητέ μου Φιουκούμπι.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἦταν ὅλος αὐτιά, πρόσεξε μὲ ζωηρὸ ἐνδιαφέρον τὴν κάθε λέξη τῆς ὑπεράσπισης, αὐτὸ τὸ ‘βλεπε καθένας μὲ μιὰ ματιά. Κι ὁ Δικαστὴς τὸ ‘ξερε κι ὁ ἴδιος πὼς φαινόταν ὁλοκάθαρα αὐτό, στὸ πρόσωπό του.
-Δὲν ἔχεις παρὰ νὰ καλέσεις τὸν Μπίρι, τὸν γραμματικό μου, ἐπέμεινε ὁ συνήγορος μὲ εἰρωνεία, εἶναι γιὸς ἐργάτη ἀνθρακωρὐχου.
Ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς σκέφτηκε λίγο. Ὕστερα σήμανε καὶ βγῆκε ὁ Μπίρι. Βεβαίωσε, πρὶν τὸν ρωτήσουν,πὼς εἶχε μιὰ κατάθεση στὴν τράπεζα.
-Ἀλλὰ ἔχω ιδέες ἐγώ,καυχήθηκε. Στὰ ἀποχωρητήρια τοῦ μαγαζιοῦ ἔβαλα λοξὰ ἀπὸ μιὰ σανίδα, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ μένουν ὧρες  καθισμένοι ἐκεῖ οἱ ἐργάτες τῶν συνεργείων καὶ κοπροσκυλιάζουν!
Ὁ συνήγορος ἦρθε σὲ βοήθειά του:
-Τί τὰ θέλετε, αὐτὸς  εἶναι ἄξιος νὰ βγάζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, νὰ τὸ ζήτημα!
Οἱ μάρτυρες κατηγορίας ἄρχισαν τὰ μουρμουρητά.
-Σκασμὸς ἐσεῖς! τοὺς φώναξε ὁ Ἀνώτατος Δικαστής. Κι ἔστειλε τὸν συνήγορο στὴ θέση του. Τότε ἡ ματιὰ τοῦ Δικαστῆ ἔπεσε στὰ ἀντικείμενα ποὺ βρίσκονταν πάνω στὸ τραπέζι: τὸ μαχαίρι καὶ τὸ γράμμα. Σηκώθηκε, πέρασε ἀπ’ τὴν ἀντίθετη πλευρὰ τοῦ τραπεζιοῦ, στάθηκε κεῖ μπροστὰ σὰ μάρτυρας καὶ δήλωσε, ὑψώνοντας τὸ βλέμμα:
-Αὐτὸ τὸ μαχαίρι δόθηκε σὲ μένα ἀντὶ γιὰ λίρα.
Μετά, ξαναγυρίζοντας γρήγορα στὴν ἕδρα του, εἶπε  αὐστηρά:
-Νὰ κι ἄλλο οὐσιαστικὸ σημεῖο! Κι ἐσένα Μαίρη, τὶ εἶναι τοῦτο δῶ ποὺ σοῦ εἶχαν δώσει ἐσένα; Καὶ τῆς ἔδειξε τὸ γράμμα γιὰ νὰ ἐπηρεάσει τὴν κατάθεσή της.
-Ἐγὼ πῆρα τοῦτο τὸ γράμμα ἀντὶ γιὰ λίρα, εἶπε ἐκείνη καταλαβαίνοντάς τον καὶ βοηθώντας τον ἔτσι νὰ προχωρήσει στὸ ἔργο του ἕνα βῆμα.
-Εἶναι γραμμένο ἐδῶ μέσα πὼς ἐσὺ ἤξερες κάτι σὲ βάρος τοῦ ἐργοδότη σου ποὺ μποροῦσε νὰ τὸν στείλει στὸ κάτεργο. Αὐτὸ ποὺ ἔκανες εἶναι ἐκβιασμός, δὲν εἶναι;
-Βέβαια.
-Νάτην ἡ λίρα, ἡ δική μας λίρα, ναι, αὐτὴ εἶναι γιὰ μᾶς, μουρμούρισε ὁ Ἀνώτατος Δικαστὴς ἀφηρημένος. Ναι, μὰ ἡ δικιά τους ποιὰ εἶναι, πῶς εἶναι;
Καθόταν ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὴν παλάμη καὶ βασάνιζε τὸ μυαλό του. Ἦταν σωστὸ κουρέλι.
-Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ φωτιστεῖ κανένας!  ἀναστέναξε. Ἄχ!  ἐκεῖνα τὰ καταστήματα Β, ἐκεῖνα τὰ μεταγωγικὰ καράβια!  Κέρδη, κέρδη! Ἀπὸ ποῦ βγαίνουν λοιπόν; Τόσο χρυσὲς δουλειές, τόσο φοβεροὶ πόλεμοι, καὶ νὰ ὑπάρχει ὅλη αὐτὴ ἡ ἀνισότητα! Πῶς τὰ καταφέρνουν λοιπὸν λίγοι καὶ φτάνουν ὡς ἐκεῖ;
Μὰ τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ εἶδε μπροστά του τὸν Μπίρι καί, τότε, μιὰ ἰδέα του κατέβηκε. Γύρισε στὸ γραφιᾶ του, ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἀφεντικό του.
-Σμίθι, ρώτησε, ἄν μὲ εἶχες ἀνακαλύψει νωρίτερα, θὰ ‘χες καταφέρει τίποτα;
-Γιατὶ ὄχι; ἀποκρίθηκε ὁ Σμίθι.
-Μὰ τότε, ὅλα φωτίζονται! εἶπε ὁ Ἀνώτατος Δικαστής κι ἡ φωνή του τρεμούλιασε ἀπὸ συγκίνηση. Τώρα φαίνεται καθαρὰ ποιὰ εἶναι ἡ «λίρα» σας! Σήκω πάνω Μαίρη, ἔλα κοντά μου παιδί μου. Κι ἐσύ, Σμίθι, πήγαινε μ’ αὐτούς! Καὶ μὲ θριαμβευτικὸ ὕφος, γύρισε στοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς τοῦ κατηγορουμένου:
-Νάτην ἡ «λίρα» σας! Ἐμεῖς εἴμαστε! Ἐμεῖς! Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι!  Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ «λίρα», τὸ κτῆμα τοῦ ἀνθρώπου! Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κανέναν, ἐκμεταλλεύεται τὸν ἑαυτό του!  Τὸ βρῆκα! Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικό σας. Κοιτάξτε αὐτὸν τὸν τοῖχο: ποῦ εἶναι ὁ χτίστης του; Πληρώθηκε ὅσο ἔπρεπε; Καὶ τοῦτο δῶ τὸ φύλλο τὸ χαρτί, κάποιος πρέπει νὰ τὸ ‘φτιαξε, ἔτσι δὲν εἶναι; Πληρώθηκε ἄραγε ἀρκετά; Κι αὐτὸ τὸ τραπέζι; Ἐκεινοῦ ποὺ πλάνισε τὰ σανίδια, δὲν τοῦ χρωστοῦν τίποτα πιά; Αὐτὰ τὰ ροῦχα στὸ σκοινί, τὸ σκοινὶ τὸ ἴδιο! Ἀκόμα κι αὐτὸ τὸ δεντράκι ποὺ δὲν ἦρθε μοναχό του νὰ φυτευτεῖ ἐκεῖ! Νὰ, καὶ τοῦτο τὸ μαχαίρι! Ἔχουν πληρωθεῖ ἄραγε ὅλα αὐτά; Ὁλότελα; Ὄχι, φυσικά! Θὰ στείλουμε μιὰν ἐγκύκλιο:  Παρακαλοῦνται νὰ μαζευτοῦν ἐδῶ ὅλοι ὅσοι δὲν ἔχουν πληρωθεῖ τὴ δουλειά τους ὅσο ἔπρεπε! Τὰ βιβλία τ[ς Ἱστορίας κι οἱ βιογραφίες δὲ μᾶς φτάνουν πιά: δεῖξτε μας τὶς ἀποδείξεις πληρωμῆς ποὺ ἔχετε!
Καὶ στὸν κατηγορούμενο, μὲ βροντερὴ φωνή:
-Εἶσαι ἔνοχος! Γιὰ τὸ ὅτι ἐξαπατοῦσες τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς γραφές σου! Γιὰ συμμετοχὴ στὸ ἔγκλημα! Γιὰ τὸ ὅτι ἔδωσες  στοὺςἀνθρώπους αὐτὴν τὴν παραβολή, ποὺ εἶναι κι αὐτὴ μιὰ «λίρα»! Μιὰ λίρα ποὺ τὴν μεταχειρίζονται γιὰ κερδοσκοπία! Κι ὅλους, ὅσοι τὴ δίνουν σ’ ἄλλους, ὅσοι τολμᾶνε καὶ ξεστομίζουν τέτοια πράγματα, κι αὐτοὺς τοὺς καταδικάζουν! Σὲ θάνατο! Καὶ θὰ πάω ἀκόμα πιὸ μακριά: ὅποιος ἀφήνει νὰ λέγεται αὐτὴ ἡ παραβολὴ, δίχως νὰ ἐπεμβαίνει ἀμέσως, θὰ καταδικάζεται κι αὐτός! Κι ἐπειδὴ κι ἐγὼ τὴν ἄκουσα τούτη τὴν παραβολὴ σωπαίνοντας, κι ἐγὼ ἐπίσης καταδικάζομαι σὲ θάνατο!
Κι ἀνακάθισε, πνιγμένος στὸν ἱδρώτα.

(Μ. Μπρέχτ – «τὸ ρομάντζο τῆς πεντάρας» [τὸ ὄνειρο τοῦ Φιουκούμπι])











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες