Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Ὁ ὅρκος τοῦ Γλαύκου




 «…θὰ σᾶς διηγηθῶ τί ἔγινε στὴ Σπάρτη κάποτε, ἐξαιτίας μιᾶς παρακαταθήκης. Ἐμεῖς οἱ Σπαρτιᾶτες λέμε πὼς ἔζησε στὴ Λακεδαίμονα, τρεῖς γενιὲς πρὶν ἀπὸ ἐμέ, ὁ Γλαῦκος, παιδὶ τοῦ Ἐπικύδη· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε ὅτι, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα, κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Σπάρτη καὶ ἰδιαιτέρως ἐγκωμιαζόταν γιὰ τὴ δικαιοσύνη του· ἐθεωρεῖτο ὁ δικαιότερος Λακεδαιμόνιος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη· σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο συνέβησαν τὰ ἐξῆς : Ἐφτασε στὴ Σπάρτη ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὴ Μίλητο, ποὺ παρουσιάστηκε στὸ Γλαῦκο καὶ τοῦ εἶπε: κατάγομαι ἀπὸ τὴ Μίλητο καὶ ἦρθα Γλαῦκε, γιὰ νὰ ἀπολαύσω τὴ δικαιοσύνη σου· ἀποφάσισα λοιπὸν καὶ πούλησα τὴ μισὴ περιουσία μου καί,  τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραξα, θὰ σοῦ τὰ παραδώσω νὰ μοῦ τὰ φυλᾶς ἐσύ. Ὕστερ’ ἀπὸ καιρὸ ἦρθαν στὴ Σπάρτη τὰ παιδιὰ τοῦ Μιλησίου ποὺ εἶχε κάμει τὴν παρακαταθήκη τῶν χρημάτων στὸν Γλαῦκο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο καὶ ζητοῦσαν, τοῦ πατέρα τους τὰ χρήματα. Ὁ Γλαῦκος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ τὰ ἐπιστρέψει καὶ τοὺς ἔδιωξε. Καὶ οἱ μὲν Μιλήσιοι ἔφυγαν, ὁ δὲ Γλαῦκος πῆγε στοὺς Δελφούς, γιὰ νὰ ζητήσει χρησμὸ ἀπ’ τὸ Μαντεῖο· ὅταν λοιπὸν ρώτησε τὸ Θεό, ἄν πρέπει νὰ ὁρκισθῇ καὶ νὰ κατακρατήσῃ τὰ χρήματα, ἡ Πυθία τοῦ ἀπάντησε ὡς ἐξῆς;

 Γλαῦκε, τοῦ Ἐπικύδη γυιέ, βέβαια ἄμεση ὠφέλειά σου εἶναι νὰ κάμης ὅρκο καὶ νὰ κρατήσης τὰ χρήματα. Ὁρκίσου, ἀφοῦ ὁ θάνατος ἀναμένει ὄχι μόνο τὸν ἐπίορκο, ἀλλὰ καὶ τὸν εὔορκον ἄνθρωπο. Τὸ παιδὶ ὅμως τοῦ ὅρκου εἶν’ ἀνώνυμο, δὲν ἔχει οὔτε χέρια οὔτε πόδια, ἀλλὰ ὁρμητικὰ καταδιώκει τὸν ἐπίορκο, μέχρις ὅτου ἀδράξη καὶ ἐξαφανίση ὁλόκληρη τὴ γενιὰ κι ὅλο τὸ σπίτι. Ἀντίθετα, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τηρεῖ τὸν ὅρκο του, οἱ ἀπόγονοι εἶναι ἄριστοι.
Ὅταν ἄκουσεν αὐτὰ ὁ Γλαῦκος, ἱκέτευσε τὸ Θεὸ νὰ τὸν συγχωρήση γιὰ ὅσα εἶχε πῆ. Ἡ δὲ Πυθία εἶπε, πὼς ἡ ἀπόπειρα καὶ ἡ πράξη γιὰ τὸ Θεὸ εἶν’ ἰσοδύναμες. Ὁ Γλαῦκος κατόπιν αὐτῶν, ἔστειλε καὶ φώναξε τοὺς Μιλησίους καὶ τοὺς ἔδωσε πίσω τὰ χρήματα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ πατέρας τους πρὸς φύλαξη.
Γιὰ ποιὸ σκοπὸ τώρα, Ἀθηναῖοι, σᾶς διηγήθηκα ἐγὼ αὐτά, θὰ σᾶς εἰπῶ: Τοῦ Γλαύκου δὲν ὑπάρχει πιὰ ἀπόγονος κανεὶς, οὔτε ὑπάρχει ἡ ἑστία τοῦ σπιτιοῦ του (τὸ σπίτι του ξεθεμελιώθηκε). Χάθηκε μ’  ὅλες του τὶς ρίζες ὁ Γλαῦκος ἀπ’ τὴ Σπάρτη…"
[[ ..Ὁμιλία τοῦ Λεωτυχίδη στοὺς Ἀθηναίους. Ὁ βασιλεὺς τῶν Λακεδαιμονίων Λεωτυχίδης μὲ τὸν συμβασιλέα του Κλεομένην εἶχαν παραδώσει στοὺς Ἀθηναίους δέκα ἐξέχοντες Αἰγινῖτες, ὡς ὁμήρους. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κλεομένους, ὁ Λεωτυχίδης, κατόπιν ἀποφάσεως τῶν Λακεδαιμονίων, ποὺ ἐλήφθη μετὰ συμφωνία  ποὺ συνῆψαν μὲ τοὺς Αἰγινῖτες, στέλλεται στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ζητήση τὴν ἀπόδοση τῶν ὁμήρων. Οἱ Ἀθηναῖοι στὴν ἀρχὴ ἀρνοῦνται καὶ γι αὐτὸ τοὺς λέγει τὰ ἀνωτέρω ὁ Λεωτυχίδης..]]

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Ἀνθολόγιον τοῦ Στοβαίου «περὶ ὅρκου» (14. Ἡροδότου Ἱστορία  ς’ (86)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλῶ γράφετε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες