Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ὁ Διομήδης καὶ μιὰ φράση ἀπ' τὸ παρελθόν


Μιὰ  φράση τῆς καθομιλουμένης ποὺ τὴ λέμε προειδοποιητικά:  «θὰ σοῦ τὸ ξηγήσω ἐγὼ τ’ ὄνειρο..».
Γιατὶ ὅμως αὐτὴ ἡ φράση νὰ εἶναι ἠχεῖ ἀπειλητικά; Ἄς σκεφτοῦμε ἀπὸ ποῦ μπορεῖ νὰ προέρχεται…

Στὸ Ε τῆς Ἰλιάδος (Διομήδους Ἀριστεία), ὁ ἥρως Διομήδης ἐξολοθρεύει πλῆθος ἀντιπάλων. Ἀνάμεσά τους, καὶ τοὺς δύο γιοὺς τοῦ Εὐρυδάμαντος, ἑνὸς γέρου ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἑρμηνεύει τὰ ὄνειρα. Καὶ νὰ πῶς μιλάει γι’ αὐτὸν ὁ Ὅμηρος:
Τότε σκότωσε τὸν Ἄβαντα καὶ τὸν Πολύειδον, ποὺ ὁ πατέρας τους, δὲν τοὺς ἐξήγησε τὰ ὄνειρα, πρὶν ἀναχωρήσουν (τοὺς τὰ ἐξήγησε ὁ Διομήδης).


 «….Ἔνθ᾽ ἕλεν Ἀστύνοον καὶ Ὑπείρονα ποιμένα λαῶν,
τὸν μὲν ὑπὲρ μαζοῖο βαλὼν χαλκήρεϊ δουρί,    145
τὸν δ᾽ ἕτερον ξίφεϊ μεγάλῳ κληῖδα παρ᾽ ὦμον
πλῆξ᾽, ἀπὸ δ᾽ αὐχένος ὦμον ἐέργαθεν ἠδ᾽ ἀπὸ νώτου.
Τοὺς μὲν ἔασ᾽, ὃ δ᾽ Ἄβαντα μετῴχετο καὶ Πολύειδον
υἱέας Εὐρυδάμαντος ὀνειροπόλοιο γέροντος·
τοῖς οὐκ ἐρχομένοις ὃ γέρων ἐκρίνατ᾽ ὀνείρους, 150
ἀλλά σφεας κρατερὸς Διομήδης ἐξενάριξε·…»

«Κτυπᾶ κεῖ τὸν Ἀστύνοον κι Ὑπείρονα τὸν ἄρχον.
Κεῖνον ἐπάνω στὸν μαστὸν μὲ λογχοφόρο ἀκόντι,
τὸν ἄλλον μὲ τρανὸ σπαθὶ μέσα στὴν ὠμοπλάτην
καὶ ἀπ’ τὸν αὐχένα ἐχώρισε τὸν ὦμον καὶ ἀπ’ τὰ νῶτα. 
Ἐκεῖθεν στὸν Πολύειδον καὶ Ἄβαντα περνάει,
υἱούς τοῦ Εὐρυδάμαντος, τοῦ γέρου ὀνειροκρίτου.
Σ’ αὐτοὺς δὲν ξήγησ’ ὄνειρα ὁπότε ἀναχωροῦσαν,
ἀλλὰ νεκροὺς τοὺς γύμνωσεν ὁ δυνατὸς Διομήδης».

Μετάφραση : Ἰακώβου Πολυλᾶ